Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα σαλιγκάρια. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα σαλιγκάρια. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Αποτελούν εκλεκτό έδεσμα από την εποχή της Μινωικής Κρήτης, έχουν κατακτήσει τη δική τους θέση στις ευρωπαϊκές γκουρμέ κουζίνες, ενώ συχνά χρησιμοποιούνται για την παρασκευή ακόμη και …καλλυντικών. Ο λόγος για τα σαλιγκάρια, ένα προϊόν με συνεχώς αυξανόμενη ζήτηση, αφού, όπως εξηγεί ο καθηγητής στο Τμήμα Γεωπονίας, Ιχθυολογίας και Υδάτινου Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Χρήστος Νεοφύτου, το κρέας τους παρουσιάζει σημαντική διατροφική και φαρμακευτική αξία.
“Κατ’αρχήν, το κρέας των σαλιγκαριών αποτελεί λιχουδιά για τους γευσιγνώστες, αλλά συγκεντρώνει και αρκετά πλεονεκτήματα σε σχέση με άλλα κρέατα. Παρουσιάζει αφενός μεν χαμηλή περιεκτικότητα σε θερμίδες και λίπη, αφετέρου δε υψηλή περιεκτικότητα σε ανόργανα θρεπτικά στοιχεία, απαραίτητα αμινοξέα και ευεργετικά λιπαρά οξέα”, σημειώνει ο κ. Νεοφύτου, ο οποίος διευθύνει το Εργαστήριο Εκτροφής Γαστεροπόδων του Πανεπιστημίου.

Οι τελευταίες έρευνες αναδεικνύουν το κρέας των σαλιγκαριών ως έναν από τους θετικούς διατροφικούς παράγοντες της μεσογειακής δίαιτας, τονίζει ο κ. Νεοφύτου, επισημαίνοντας ότι η υψηλή βιωσιμότητα των κατοίκων της Κρήτης και τα χαμηλά ποσοστά καρκίνου, συσχετίστηκαν και με τη συχνή κατανάλωση σαλιγκαριών (εκτός από το ελαιόλαδο).
Η θερμιδική αξία του κρέατος των σαλιγκαριών είναι 60-90 θερμίδες ανά 100 γραμ. κρέατος έτοιμου προς κατανάλωση, μικρότερη από το κρέας διάφορων ψαριών, πτηνών και θηλαστικών.

Το περιεχόμενο σε πρωτεΐνη είναι υψηλό και κυμαίνεται από 10% έως 16% του νωπού βάρους. Το ποσοστό των λιπών αποτελεί το 0,5% έως 2% του ολικού νωπού βάρους και συνήθως είναι λίγο μεγαλύτερο στα νεαρά σαλιγκάρια. Το δε περιεχόμενο σε νερό είναι υψηλό και ποικίλλει από 73%-89%. Η ανάλυση, επίσης, της σύστασης των λιπιδίων δείχνει υψηλό ποσοστό πολυακόρεστων λιπαρών οξέων. Επίσης, το λίπος των σαλιγκαριών είναι ωφέλιμο, καθώς παρέχει στον οργανισμό τα ω-3 λιπαρά οξέα, τα οποία θεωρούνται απαραίτητα, καθώς ο ανθρώπινος οργανισμός, μη μπορώντας να τα συνθέσει, πρέπει να τα λάβει με τη διατροφή του.

Τα σαλιγκάρια είναι πολύ ευεργετικά για την υγεία του ανθρώπου, καθώς παρεμποδίζουν την αθηροσκλήρωση και τη θρόμβωση και έχουν αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις, δρουν προληπτικά σε αλλεργίες, κατάθλιψη και άλλες ασθένειες του νευρικού συστήματος.
Όσον αφορά τα ανόργανα στοιχεία (μέταλλα), το κρέας των σαλιγκαριών αποτελεί καλή πηγή ασβεστίου, φωσφόρου, μαγνησίου, καλίου και νατρίου. Ορισμένοι ερευνητές προτείνουν την κατανάλωση σαλιγκαριών ως εναλλακτική πηγή ασβεστίου και φωσφόρου, δύο πολύ σημαντικών συστατικών για την ανάπτυξη των οστών.

“Λαμβάνοντας υπόψη ότι τα ψάρια που καταναλώνονται με το κόκαλο αποτελούν για τον ανθρώπινο οργανισμό πολύ καλή πηγή ασβεστίου και φωσφόρου, θα μπορούσε επάξια να γίνει αντικατάστασή τους με το κρέας των σαλιγκαριών, τα οποία, εκτός των παραπάνω στοιχείων, περιέχουν και σημαντική ποσότητα ω-3 λιπαρών οξέων και ειδικά σε περιοχές που τα ψάρια δεν είναι διαθέσιμα. Επίσης, για όσους δεν καταναλώνουν κρέας και γαλακτοκομικά προϊόντα, μπορεί να αποτελέσουν σημαντική πηγή αμινοξέων και ασβεστίου”, σημειώνει χαρακτηριστικά ο κ. Νεοφύτου.

Όσον αφορά τα ιχνοστοιχεία, το κρέας των ειδών αυτών αποτελεί καλή πηγή σεληνίου (27,4 μg/100mg), παρέχοντας ουσιαστικά το 50% της συνιστώμενης ημερήσιας ποσότητας η οποία απαιτείται για πρόσληψη από μια ενήλικη γυναίκα (που είναι 50 μg/ ημέρα) και το 1/3 για ένα άνδρα. Το σελήνιο έχει ισχυρές αντιοξειδωτικές ιδιότητες, προστατεύοντας από καρδιοπάθειες και ίσως από τον καρκίνο του προστάτη, συμβάλλοντας, επίσης, στη λειτουργία του θυρεοειδούς αδένα και του ανοσοποιητικού συστήματος.

Επιπροσθέτως, η σάρκα των σαλιγκαριών αποτελεί και σημαντική διαιτητική πηγή βιταμινών, αφού περιέχει αρκετά υψηλή περιεκτικότητα σε νιασίνη, μια υδροδιαλυτή βιταμίνη του συμπλέγματος Β, με ευεργετική επίδραση στο νευρικό και καρδιαγγειακό σύστημα, που είναι σταθερή και ανθεκτική στη θερμότητα, τη μαγειρική και την αποθήκευση των τροφίμων. Η περιεκτικότητα του κρέατος των σαλιγκαριών σε νιασίνη είναι 1,4 mg/100g βρώσιμου κρέατος και αντιστοιχεί σε κατανάλωση 50g τυριού και 150g γιαουρτιού, που θεωρούνται καλές πηγές αυτής της βιταμίνης.



Τυφλή... αγάπη !!


Η χημική σύσταση των ακατέργαστων σαλιγκαριών ανά 100 γραμμάρια βρώσιμο μέρος είναι:

  • Ενέργεια: 80,5 kcal (337 kJ)
  • Νερό: 79 g
  • Πρωτεΐνες: 16 g
  • Υδατάνθρακες Διαθέσιμοι: 2 g
  • Ίνες: 0 g
  • Μαγνήσιο: 250 mg
  • Ασβέστιο: 170 mg
  • Σίδηρος: 3,5 mg
  • Βιταμίνη C: 0 mg
  • Λίπος: 1 g
Φαρμακευτικές χρήσεις
Σε πάρα πολλές περιπτώσεις, τα σαλιγκάρια έχουν χρησιμοποιηθεί στη φαρμακευτική επιστήμη για την παρασκευή θεραπευτικών προϊόντων και καλλυντικών.
Από την αρχαιότητα ήδη υπάρχουν μαρτυρίες για τη χρήση παρασκευασμάτων, τα οποία είχαν ως βάση τα σαλιγκάρια. O Πλίνιος τα συνιστούσε για τους πόνους του στομαχιού και τις αιμορραγίες. Ο Ιπποκράτης και ο Γαληνός τα θεωρούσαν ωφέλιμα για την υδρωπικία και την κήλη, ενώ κατά το Μεσαίωνα τα χρησιμοποιούσαν για την αντιμετώπιση ασθενειών, όπως στοματικές διαταραχές, βρογχίτιδα, φυματίωση, πληγές, σκορβούτο, κ.λπ.

Σύμφωνα με πρόσφατες επιστημονικές έρευνες, χημικές ουσίες (λεκτίνες) που απομονώθηκαν από το είδος Helix Pomatia μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην πρόβλεψη και την έγκαιρη διάγνωση των μεταστάσεων σε ορισμένες περιπτώσεις καρκίνου, όπως ο καρκίνος του μαστού, των ωοθηκών, του οισοφάγου, του εντέρου και του προστάτη.

Θεωρείται, επίσης, ότι πάρα πολλές είναι οι ευεργετικές ιδιότητες των σαλιγκαριών για την παρασκευή διάφορων καλλυντικών.

Τροφή για απαιτητικούς ουρανίσκους…
Στις μέρες μας, σύμφωνα με τον κ. Νεοφύτου, το σαλιγκάρι αποτελεί τροφικό είδος, το οποίο καταναλώνεται από εκατομμύρια ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο. Η εντατική του κατανάλωση ξεκίνησε από τα τέλη του 19ου αιώνα, εξαιτίας κυρίως της μεγάλης προβολής των γαστρονομικών του προσόντων.

Όμως, η κατανάλωση των σαλιγκαριών ήταν γνωστή από την αρχαιότητα. Έχει διαπιστωθεί ότι από την Παλαιολιθική Εποχή μέχρι την ύστερη Εποχή του Χαλκού, τα μαλάκια αποτέλεσαν σημαντικό διατροφικό παράγοντα.
Στη διάρκεια της Προϊστορικής Εποχής του Αιγαίου, υπήρξε σαφής προτίμηση σε συγκεκριμένα είδη οστράκων, κυρίως θαλασσινών, καθώς και στο χερσαίο γαστερόποδο Helix.
Οι κρητικοί κοχλιοί (σαλιγκάρια), εκτός από εκλεκτό έδεσμα τα Μινωικά χρόνια, εξακολουθούν να αποτελούν ένα από τα βασικά πιάτα της κρητικής κουζίνας. Οι Κρητικοί ακόμη και σήμερα τρώνε περισσότερα σαλιγκάρια ως πηγή πρωτεΐνης, από οποιοδήποτε άλλο μέρος του κόσμου.
Στην αρχαία Ρώμη, διατηρούσαν τα σαλιγκάρια σε ειδικούς κήπους, για πάχυνση, προτού τα καταναλώσουν ως έδεσμα, ενώ επέλεγαν ως γεννήτορες τα καλύτερα από αυτά.

Τα τελευταία χρόνια, η εκτροφή σαλιγκαριών καταγράφει ανοδική τροχιά στην Ελλάδα, σε μια προσπάθεια ενίσχυσης του αγροτικού εισοδήματος.


www.healthyliving.gr

Σπαράγγια
Είναι οι αγρότες που τολμούν το παραπάνω βήμα, δοκιμάζουν την τύχη τους σε καλλιέργειες ή εκτροφές λιγότερο διαδεδομένες. Τουλάχιστον στο ξεκίνημά τους οι περισσότεροι ρισκάρουν. Με μικρή ή χωρίς καθόλου επιδότηση, δεν το βάζουν κάτω ούτε τώρα, με το γενικότερο οικονομικό στρίμωγμα. Αντιθέτως, έχουν εξασφαλισμένη τη σταθερή πελατεία τους, κυρίως στις αγορές του εξωτερικού...
Βρήκαν τον τρόπο τους να έχουν μόνιμη και αποδοτική δουλειά, ειδικά όταν και η φύση συμμαχεί μαζί τους. Είκοσι δύο από τους αγρότες του Εβρου στο χωριό Τυχερό ενώνουν χρόνια τώρα τις δυνάμεις τους. Καλλιεργούν εκλεκτά λευκά σπαράγγια που γίνονται ανάρπαστα στο Μόναχο. Υπό νορμάλ ρυθμούς, καταφέρνουν και βγάζουν ως και εννιακόσιους τόνους (!) ετησίως.
«Για εμάς δεν περισσεύει τίποτα! Όλα καταλήγουν νωπά εκτός συνόρων, μια και θεωρούνται ο βασιλιάς των κηπευτικών! Τα καλλιεργούμε συστηματικά από το 1994, οπότε και συστήσαμε τον Αγροτικό Συνεταιρισμό Κοινής Γεωργικής Εκμετάλλευσης Τυχερού. Από τότε τα στέλνουμε σε δύο μεγάλες γερμανικές αλυσίδες σούπερ μάρκετ. Μας τα προπληρώνουν, αφού υπογράφουμε κάθε χρόνο και νέο συμβόλαιο μαζί τους. Αυτομάτως, και εμείς έχουμε σίγουρους πελάτες, και μάλιστα στην πιο κεντρική αγορά της Ευρώπης», λέει στα «ΝΕΑ» ο Θανάσης Μαλτεπιώτης, ταμίας του συνεταιρισμού.
Από κοινού με τρεις συναδέλφους του διαθέτουν τα 160 από τα 1.100 στρέμματα φυτειών σπαραγγιού στην περιοχή, σε σύνολο 6.500 στον νομό και 35.000 πανελλαδικά. Σαράντα εργάτες έχουν αναλάβει τη φροντίδα και συγκομιδή των βλασταριών τους. «Είναι ευαίσθητο προϊόν και θέλει προσοχή. Πρέπει να τοποθετήσουμε και νάιλον περιμετρικά για να τα προστατέψουμε από δυνατές βροχές και ηλιοφάνειες. Και τα έξοδά μας είναι αυξημένα κατά τον τελευταίο χρόνο. Δαπανούμε ώς και 900 ευρώ ετησίως ανά στρέμμα», επισημαίνει.
Στον Εβρο ωστόσο ποντάρουν - λένε - στο συγκριτικό πλεονέκτημά τους. «Μας ευνοούν τα εδάφη μας, οι αμμώδεις περιοχές που βρέχονται από τον μεγάλο ποταμό μας. Από κει και πέρα, στη δουλειά μας παίζει μεγάλο ρόλο και η τύχη: πέρυσι χάσαμε σχεδόν τη μισή σοδειά μας από πλημμύρες. Αν πάντως δεν έχουμε τέτοια προβλήματα και ξεκινήσουμε έγκαιρα τον Απρίλιο το μάζεμα, τότε πραγματικά αξίζει ο κόπος. Πιάνουμε τιμές ώς και 12 ευρώ το κιλό, όταν οι Γερμανοί δεν έχουν και δικά τους σπαράγγια σε αφθονία. Στη χειρότερη περίπτωση, θα αρκεστούμε στα 2,5 - 4 ευρώ το κιλό», τονίζει.




Σαλιγκάρια που… σουλατσάρουν! 

Ο πρώτος ελληνικός Συνεταιρισμός Σαλιγκαροτρόφων είναι γεγονός. Ιδρύθηκε πρόσφατα, με έδρα τα Γεφύρια Καρδίτσας, με σκοπό την ανάπτυξη του κλάδου. Αριθμεί 23 μέλη, εκ των οποίων τα 10 είναι και ιδιοκτήτες εκτροφείων. Και δεν είναι μόνο η Θεσσαλία που έχει στο πιάτο της μαγειρευτά γαστερόποδα. Ανάλογους μεζέδες για… καλοφαγάδες λανσάρει από φέτος στο χωριό Μαρίνα της Φλώρινας ο 33χρονος Κώστας Βασιλείου. Πατέρας δύο παιδιών, άφησε στην άκρη εδώ και είκοσι ένα μήνες τη δουλειά τού λογιστή και άλλαξε εντελώς πορεία. Μια εκπομπή σχετική με σαλιγκάρια που είδε τυχαία στην τηλεόραση αποδείχθηκε καθοριστική.
«Από εκείνη τη στιγμή άρχισα να ψάχνω τους διάφορους τρόπους εκτροφής. Αυτό που κυρίως με κέρδισε στη μέθοδο του ανοικτού βιολογικού κύκλου είναι αυτή η άμεση επαφή με τη φύση: τα σαλιγκάρια μου εκτρέφονται στο χωράφι, σαν να μεγάλωναν ελεύθερα στην ύπαιθρο, μέχρι να ωριμάσουν για δώδεκα μήνες και να συλλεχθούν. Οπως κι όλες οι επενδύσεις, βέβαια, το ρίσκο για πιθανό απρόοπτο είναι υπαρκτό. Με τη σημαντική διαφορά, ωστόσο, πως στην περίπτωσή μας δεν υπάρχει το άγχος των πωλήσεων, διότι η ζήτησή τους είναι δεδομένη: πριν ακόμα από την εγκατάσταση του εκτροφείου μας, υπογράψαμε συμβόλαιο απευθείας με το Διεθνές Ινστιτούτο Σαλιγκαροτροφίας που εδρεύει στην Ιταλία. Μέσω αυτού, λοιπόν, εμείς έχουμε στη διάθεσή μας τη σωστή καθοδήγηση - τεχνογνωσία του για 35 χρόνια, ενώ και το Ινστιτούτο δεσμεύεται να αγοράζει την παραγωγή μας», σημειώνει.
Η δαπάνη για κάθε στρέμμα του ανήλθε περίπου στις 4.000 ευρώ. Στα δέκα που έχει διαθέσιμα σήμερα για να… σουλατσάρουν τα σαλιγκάρια του αρκεί η προσωπική εργασία του ή και επιπλέον ένα άτομο να τα φροντίζει.
«Σίγουρα χρειάζεται εργατικότητα και μεθοδικότητα. Η σαλιγκαροτροφία είναι επιστήμη, όχι το μάννα εξ ουρανού που θα μας βοηθήσει να γίνουμε πλούσιοι χωρίς συστηματική ενασχόληση», ξεκαθαρίζει. Στην πρώτη παραγωγική σεζόν του, φέτος, αναμένει απόδοση γύρω στα 700 κιλά ανά στρέμμα. Από του χρόνου πια, θα φτάνει ώς και τα 1.200 κιλά σαλιγκαριών ετησίως. «Σήμερα, τα πουλώ προς περίπου τέσσερα ευρώ το κιλό στους Ιταλούς. Τα διαθέτω και εδώ στη λιανική, από έξι-επτά ευρώ κάθε κιλό», καταλήγει.


Οι «ξενώνες». Και στη Ρούμελη, οι κρητικοί χοχλιοί - τα σαλιγκάρια του γένους Helix aspersa - είναι έτοιμοι για σερβίρισμα. Φροντίζει γι' αυτό ο 30χρονος Θανάσης Λεκάκης, ο οποίος μπροστά στις αναδουλειές πήρε εδώ και δεκαπέντε μήνες την κατάσταση «επ' ώμου». «Τελευταία δούλευα ως μεσίτης ακινήτων στην Αθήνα. Αλλά με την κρίση που υπάρχει, η δουλειά αυτή δεν απέδιδε, ούτε και μπορούσα να βρω άλλη. Από τη στιγμή που και οι ρυθμοί ζωής στην πρωτεύουσα με κούρασαν, με δεδομένο κι ότι ο παππούς μου είχε αφήσει κτήματα στην επαρχία, άρχισα να μελετώ διάφορες προοπτικές - μανιτάρια, ροδιές, αγελάδες κ.λπ. - ώσπου προτίμησα τη συγκεκριμένη», λέει.
Στην οικογενειακή μονάδα που έστησε στη Δεσφίνα Φωκίδας έχει εγκαταστήσει μέχρι και «σπιτάκια» για τα σαλιγκάρια του. Εκεί τα ταΐζει με λαχανικά, αλλά και με μείγμα από δημητριακά, ιχνοστοιχεία και ασβέστιο. «Ακολουθώ τη λεγόμενη κλειστού τύπου εκτροφή. Τα στεγάζω σε διχτυοκήπιο, σε δύο στρέμματα, με σχετικά ελεγχόμενη υγρασία και θερμοκρασία. Στο εσωτερικό του έχω διάσπαρτες ξύλινες κατασκευές, κάτω από τις οποίες αυτά βρίσκουν καταφύγιο ή πέφτουν σε χειμερία νάρκη», περιγράφει.
Για δεύτερη χρονιά οι επιδόσεις του είναι, λέει, νόστιμες. Τα πρώτα 350 κιλά σαλιγκαριών που διέθεσε δοκιμαστικά σε ταβέρνες, αλλά και σε ιδιώτες προς 8 ευρώ το κιλό, απέφεραν κιόλας νέες παραγγελίες. Μελλοντικά, αν όλα πάνε όπως τα προγραμματίζει, θα μπορεί να παράγει ώς και πέντε τόνους ετησίως. «Θεωρητικά, το κέρδος είναι ικανοποιητικό. Βέβαια, όταν ξεκινάς, τα βλέπεις όλα ρόδινα. Στην πορεία, ωστόσο, αντιλαμβάνεσαι τις δυσκολίες. Μόνο μετά τα τρία πρώτα χρόνια έχεις πεντακάθαρη εικόνα, τότε που έχεις και το μέγιστο δυνατό στο εκτροφείο σου. Υπάρχει και πρόγραμμα επιδότησης μέσω των Σχεδίων Βελτίωσης, αλλά εγώ τουλάχιστον δεν έχω καταφέρει ακόμα να τη λάβω», αναφέρει.
ΤΑ ΝΕΑ.
Δείτε:
Σαλιγκάρια: Εκλεκτή τροφή υψηλής αξίας!


Ας δούμε μερικά φυσικά, εύκολα και απλά φυτοπροστατευτικά σκευάσματα:

Σαπουνόνερο εναντίον εντόμων.
Ένα σκεύασμα για την αντιμετώπιση εντόμων είναι με πράσινο σαπούνι και οινόπνευμα. Δρα προληπτικά αλλά και κατασταλτικά  είναι 100% οικολογική μέθοδος και επιπλέον εκτός της μελίγκρας βοηθά στην καταπολέμηση και άλλων μικρόσωμων εντόμων.Τέλος τα φυτά μας θα “γυαλίσουν” , θα καθαρίσουν και θα δείχνουν πιο όμορφα και πιο “ζωντανά”!
Τρίβουμε πράσινο σαπούνι. Προσθέτουμε μία κουταλιά της σούπας τριμμένο σαπούνι σε 1 λίτρο νερό, μέσα σε ένα ψεκαστηράκι. Προσθέτουμε και 2-3 σταγόνες καθαρό οινόπνευμα.Κλείνουμε τον ψεκαστήρα και ανακινούμε καλά. Ψεκάζουμε καλά όλο το φυτό και επαναλαμβάνουμε αν χρειαστεί μετά από 1 εβδομάδα!
Προσοχή: Ψεκάζουμε νωρίς το πρωί ή αργά το απόγευμα και ποτέ κάτω από ακραίες κλιματολογικές συνθήκες.

Σπρευ σόδας για τους μύκητες. 


  • 1 κουταλιά της σούπας φυτικό έλαιο 
  • 1 λιτρο νερο μη χλωριωμενο
  • 1 κουταλια της σουπας ξίδι μηλίτη 
  • 1 κουταλιά υγρό σαπούνι 
  • 1 1/2 κουταλιά σόδα μαγειρική
Για να απαλλάξουμε τους «πράσινους φίλους μας» από το ανεπιθύμητο ωίδιο και άλλα είδη μυκήτων, μπορούμε να κάνουμε πολύ εύκολα και απλά ένα σπρέι σόδας με υλικά που όλοι έχουμε στο σπίτι:
Βάζουμε στο ψεκαστηράκι το νερό, προσθέτουμε το λάδι και στη συνέχεια το υγρό σαπούνι. Ανακινούμε καλά για να ομογενοποιηθεί το μείγμα. Στη συνέχεια προσθέτουμε το ξύδι και τη μαγειρική σόδα.
Ανακινούμε πάλι καλά και ψεκάζουμε τα φυτά μας.Το σπρέι σόδας καταπολεμά και άλλους μύκητες εκτός από το ωίδιο, αλλά και ορισμένα μικρά έντομα.

Φυσικό εντομοκτόνο με σκόρδο και μαιντανό:
Σε μισό λίτρο νερό, προσθέτουμε δυο κουταλιές της σούπας λιωμένο σκόρδο και 4 κουτ. μισή κούπα τριμμένο ξηρό μαϊντανό. Βράστε το μείγμα μέχρις ότου μείνουν μόνο 2 κούπες νερού, στραγγίξτε το και αφήστε το υγρό να κρυώσει. Ψεκάστε με το μείγμα αυτό όλα τα φυτά σας. Είναι αρκετά αποτελεσματικό για την αντιμετώπιση πολλών εντόμων.

Μύκητες; Δώσε τους γάλα:
Και τα φυτά θέλουν το γάλα τους. Ανακατώστε το γάλα με νερό σε αναλογία 1 μέρος γάλα, 9 μέρη νερό και το ψεκάζετε κάθε 5-7 μέρες κάνοντας τουλάχιστο 3 επαναλήψεις.

Σαλιγκάρια; Κεράστε τα μπύρα:
Για να τα κρατήσετε μακριά, ρίξτε στάχτη ή αλάτι, γύρω από τα φυτά που θέλετε να προστατεύσετε. Προσοχή όχι κοντά στα φυτά γιατί θα καούν. Θυμηθείτε, να την ανανεώνετε κάθε φορά που βρέχεται. Επίσης τα σαλιγκάρια τρελαίνονται για μπύρα. Βάζουμε σε ένα μπολάκι ή κεσεδάκι 2 δάχτυλα μπύρα και τα παραχώνουμε σε διάφορα σημεία στον κήπο. Τα σαλιγκάρια προσελκύονται από τη μπύρα!


Τσουκνίδα κατά των εντόμων:

Μέσα σε ένα δοχείο ρίχνουμε ένα μέρος τσουκνίδας φρέσκιας και 10 μέρη νερού. Ανακατεύουμε καλά ώστε η τσουκνίδα να σκεπαστή με νερό. Αφήνουμε το μίγμα 14 έως 24 ώρες το περισσότερο, ανάλογα με την θερμοκρασία της εποχής. Σουρώνουμε το μίγμα που έχουμε και αμέσως ραντίζουμε τα προσβεβλημένα φυτά από μελίγκρες. Με το πρώτο ψεκασμό οι μελίγκρες θα αρχίσουν να λιγοστεύουν. Ξανά ραντίζουμε τα φυτά μετά από μια βδομάδα περίπου. Αυτό επαναλαμβάνεται ακόμα 3-4 φορές ανάλογα με το πρόβλημα. Μετά τα ραντίσματα τα φυτά έχουν ενισχυθεί και δεν προσβάλλονται πλέον εύκολα.
Προσοχή: Μόλις σουρώσουμε το μείγμα αυτό πρέπει να χρησιμοποιήσουμε το εκχύλισμα αμέσως ή το αργότερο μετά δύο ώρες, αλλιώς χάνει την αποτελεσματικότητα του. Το παρασκεύασμα αυτό γίνεται ακόμα πιο αποτελεσματικό, αν προσθέσουμε μέσα και κάποιο αιθέριο έλαιο, που απωθεί τις μελίγκρες.


Γενικά για όλα τα σκευάσματα ιχύουν τα εξής:
Ψεκάζουμε όλο το φυτό, πάντα νωρίς το πρωί ή αργά το απόγευμα. Δεν εφαρμόζουμε το παραπάνω ιδιοσκεύασμα όταν επικρατούν πολύ υψηλές θερμοκρασίες και αν χρειαστεί επαναλαμβάνουμε τον ψεκασμό μετά από 10 ημέρες. 

Στην ενότητά μας "φτιάχνω μόνος - για το σπίτι", θα βρείτε πολλές ακόμη έξυπνες, φυσικές και οικονομικές λύσεις για διάφορα θέματα της καθημερινότητάς μας, μακρυά από τα γνωστά χημικά, αλλά εξίσου ή και περισσότερο αποτελεσματικά!!!

Το είδα: alttherapy.blogspot.gr
του Άντυ Παξινού
Μετά τις έντονες βροχοπτώσεις είναι συνήθως η ώρα που κάνουν γλέντι τα έντομα. Ειδικά δε σ' εμάς τους βιολογικούς καλλιεργητές και στα μποστάνιά μας, τα έντομα ζουν σ' ένα μόνιμο πανηγύρι με φαγοπότι από τα καλύτερα λαχανικά μας
Πώς μπορούμε να περιορίσουμε όμως την ζημιά, με φυσικό τρόπο, ώστε να τους δείξουμε ευγενικά (δηλαδή χωρίς χημικά) τα όρια τους;
- Οι λάτρεις της βροχής είναι κατά κύριο λόγο τα σαλιγκάρια και οι γυμνοσάλιαγκες, οπότε για να τα περιορίσουμε, χρησιμοποιούμε χοντρό αλάτι που τους προκαλεί αφυδάτωση. Διαλύουμε μία κουταλιά της σούπας χοντρό αλάτι σε μισό λίτρο νερό και ψεκάζουμε καλά την εξωτερική επιφάνεια των γλαστρών, τα τοιχώματα του μποστανιού και τους διάδρομους γύρω από τα φυτά μας μετά από κάθε βροχή, ώστε να αποθαρρύνουμε την διέλευση τους. Προσοχή όμως να μην ψεκάσουμε το χώμα πάνω από τη ρίζα των φυτών μας, γιατί θα προκαλέσει πρόβλημα στο ριζικό σύστημα.

- Την επιφάνεια του χώματος μπορούμε να την καλύψουμε με την στάχτη από το τζάκι, που λειτουργεί και σαν λίπασμα αλλά και ως προστασία από πολλά έντομα. Τα σαλιγκάρια όπως και πολλά αλλά έντομα σιχαίνονται επίσης την μυρωδιά του καφέ, οπότε τα υπολείμματα που μας περισσεύουν από τον καφέ μας, μπορούμε να τα διαλύσουμε σε ένα λίτρο νερό και να το ποτίσουμε σε όλη την επιφάνεια του χώματος ώστε να απωθεί τα έντομα η μυρωδιά. Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε οποιοδήποτε τύπο καφέ και πρέπει να επαναλαμβάνουμε την διαδικασία μετά από κάθε βροχή.

Για προστασία από τις αφίδες, τις κάμπιες και γενικά ολα τα έντομα που κατοικούν στα φύλλα των φυτών μας, μπορούμε να τα ψεκάζουμε με ένα μείγμα μιας κουταλιάς σπιτικού σαπουνιού, μια κουταλιά οινόπνευμα, μια κουταλιά ξίδι σε ένα λίτρο χλιαρό νερό. Ψεκάζουμε καλά όλο το φυτό, δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στην κάτω πλευρά των φύλλων.

Δείτε ακόμη: Πάνω από 60 Χρήσεις για το Ξίδι!

Ωστόσο ένα υγιές φυτό δεν θα έχει ποτέ προβλήματα από έντομα, γιατί κατά κανόνα τα έντομα επιτίθενται στα πιο αδύναμα φυτά, όποτε διατηρούμε το χώμα μας σε καλό και γόνιμο επίπεδο, με την προσθήκη οργανικών λιπασμάτων.

Οι φλούδες της μπανάνας είναι εξαιρετικό λίπασμα για τα φυτά αυτό τον καιρό διότι περιέχουν πυρίτιο και κάλιο, δυο στοιχεία απαραίτητα για την αντοχή από ασθένειες ιδιαίτερα για τις τριανταφυλλιές. Μπορείτε είτε να απλώσετε της φλούδες φρέσκες, γύρω από το χώμα πάνω από την ρίζα των φυτών σας ή να τις θάψετε περιμετρικά του μποστανιού κάτω από το χώμα ή ακόμα αφού τις αφήσετε να στεγνώσουν (αποξηραμένες) να της τρίψετε σε όλη την επιφάνεια του χώματος. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο μπορείτε ακόμα να χρησιμοποιήσετε και φλούδες από αβοκάντο, που είναι πλούσιες σε μαγνήσιο και κάλιο, δυο στοιχεία πολύτιμα για την χειμερινή καλλιέργεια λαχανικών. 


Οι αρχαίοι Έλληνες φρόντιζαν στα γεύματα και στα δείπνα τους, τα τραπέζια να είναι πλούσια. Αποτελούνταν συνήθως από ψωμί, γλυκίσματα, φρούτα, ελιές, πίτες, κρέατα και χορταρικά. Φυσικά και από άφθονο κρασί.
Από τα όσπρια, γνωστά στους αρχαίους ήταν τα φασόλια, οι φακές, τα ρεβίθια (που τα προτιμούσανε ψημένα), τα μπιζέλια και τα κουκιά, που τα έτρωγαν, συνήθως, σε πουρέ (έτνος).
Οι Αθηναίοι συνήθιζαν να έχουν στα σπίτια τους μεγάλη ποικιλία τροφών όπως ψωμί, λουκάνικα, σύκα, γλυκίσματα, μέλι, τυρί, τρυφερά χταπόδια, τσίχλες, σπουργίτια και άλλα πολλά.

Ένα από τα πιο απαραίτητα αγαθά σ’ ένα σπίτι ήταν το λάδι. Φημισμένα ήταν τα λάδια της Σάμου και της Ικαρίας. Οι αρχαίοι συνήθιζαν να βγάζουν λάδι από άγουρες ελιές, που το προτιμούσανε στις σαλάτες τους. Επίσης από τα αμύγδαλα και τα καρύδια έβγαζαν ένα είδος λαδιού, καλό για τα γλυκίσματά τους.
Από τα απαραίτητα επίσης στο καθημερινό τραπέζι των αρχαίων ήταν το γάλα και το τυρί, που ήταν όμως δύο σπάνια αγαθά. Μάλιστα οι διαιτολόγοι συνιστούσαν, για τους αθλητές, το μαλακό τυρί.
Πολλές φορές για να πήξει καλά το τυρί, έβαζαν μέσα στο γάλα, που έβραζε, ένα κωνοροειδές φυτό, κνήκον ή οκνήκος.
Φυσικά, τα σκόρδα και τα κρεμμύδια ήταν στο καθημερινό μενού. Ορισμένοι όμως θεωρούσαν αυτό το είδος διατροφής χωριάτικο (όπως το ίδιο γίνεται και σήμερα, στις μέρες μας, κάποιοι περιφρονούν πολύτιμες τροφές για τη ζωή μας, μόνο και μόνο από το άκουσμά τους, την εμφάνισή τους αλλά και την «διασημότητά» τους).
Από τα εκλεκτότερα εδέσματα ήταν οι κοχλιοί, τα σαλιγκάρια, που τα έτρωγαν οι Κρητικοί.
Τα μικρά πουλιά, σπίνους, τσίχλες, ακόμη και τους λαγούς, αφού τα ψήνανε, τα διατηρούσανε μέσα σ’ ευωδιαστό λάδι. Μάλιστα, το παραγεμίζανε με διάφορα καρυκεύματα, κάτι που συνηθίζεται και σήμερα στα χωριά της Μάνης.

Για τους φτωχούς ανθρώπους οι σούπες ήταν το πιο συνηθισμένο καθημερινό φαγητό. Έτρωγαν βέβαια και ψαρόσουπες, που η πλούσια όμως τάξη της απέφευγε!
Ένας ζωμός που ευχαριστούσε ιδιαίτερα τον Ηρακλή ήταν ο ζωμός από μπιζέλια.
Στα χορταρικά έριχναν μια σάλτσα φτιαγμένη από λάδι, δριμύ ξύδι, διάφορα καρυκεύματα, ακόμη και μέλι.
Τα θαλασσινά που προτιμούσε ο λαός, ήταν οι σαρδέλες του Φαλήρου, το πιο συνηθισμένο θαλασσινό, μαζί με κριθαρένιο ψωμί. Αντίθετα, τα χέλια, ήταν πανάκριβα, περίπου τον 5ο αι. π.Χ.
Οι Έλληνες έτρωγαν συχνότερα ψάρι από κρέας.
Το πιο διαδεδομένο πρωινό ρόφημα, αφού βέβαια αγνοούσαν τον καφέ, ήταν το γάλα, κυρίως το κατσικίσιο, κι ένα ανακάτεμα από χλιαρό νερό και μέλι, που προκαλούσε ιδιαίτερη ευχαρίστηση.
Στις κωμωδίες του Αριστοφάνη αναφέρονται εδέσματα που μας ξενίζουν.
Στους «Ιππείς» μιλάει για «ξίγκι βοδινό ψημένο μέσα σε συκόφυλλα». Αναφέρεται επίσης ο «κάνδυλος» ένα ανακάτεμα από μέλι, γάλα, τυρί και λάδι, του «μυττωτό», ένα είδος σκορδαλιάς με πράσα, σκόρδα, τυρί και μέλι.
Βέβαια πολλοί ήταν αυτοί που στα έργα τους πρόσθεσαν «μια γεύση κουζίνας» ανέφεραν δηλαδή συνταγές και εδέσματα της εποχής, γιατί γνώριζαν πως οι αρχαίοι έχουν αδυναμία σ’ αυτά, έτσι θα έβρισκαν τα έργα τους πιο ελκυστικά.
Στις θυσίες τους ετοίμαζαν και ένα είδος πλακούντος, κάτι δηλαδή σαν πίτα, που το ‘λεγαν «πελανό». Ήταν ένα παχύρρευστο κράμα από αλεύρι, μέλι και λάδι.
Άλλα εδέσματα: «Έκχυτος», που αναφέρεται σ’ ένα επίγραμμα της Παλατινής Ανθολογίας, ήταν ένα μείγμα από αλεύρι και ψημένο τυρί, που το έριχναν σε ειδικά καλούπια και τα γέμιζαν με κρασί μελωμένο.
«Κάνδαυλος», ένα είδος φαγητού της Μικράς Ασίας, κυρίως στην περιοχή της Λυδίας, με ό,τι ερεθιστικό καρύκευμα κυκλοφορούσε.
«Μυττωτός» πίτα με τυρί, ανακατεμένο με μέλι και σκόρδα.
Βέβαια, οι πιο περίφημες πίτες ήταν της Αθήνας, καύχημα της πόλης, και γινόταν με μέλι, τυρί και λάδι, αλλά έβαζαν μέσα και διάφορα καρυκεύματα.
ΕΙΔΩΛΙΟ ΑΝΔΡΟΣ ΠΟΥ ΤΡΙΒΕΙ ΤΥΡΙ -500 Π.Χ. -ΑΡΧ ΜΟΥΣΕΙΟ ΘΗΒΑΣ 


Ακόμη, οι Αθηναίοι απέφευγαν να αρχίζουν το γεύμα τους ή το δείπνο με σούπα (γιατί πολύ πιθανόν να τους κοβόταν η όρεξη για φαγητό). Αν και οι Αθηναίοι φρόντιζαν να μη λείπει τίποτα από το σπίτι τους, δηλαδή χρήσιμα αγαθά, όπως τρόφιμα, δεν πρέπει να ξεχνούμε την φτώχεια που επικρατούσε στην Ελλάδα και ήταν ο παντοτινός σύντροφος των Ελλήνων. Η έλλειψη και η ακρίβεια των τροφίμων ανάγκαζε πολλούς να μην πετάνε τίποτα από τα περισσεύματα των δείπνων.

Το σπαρτιατικό μενού δεν συγκινούσε βέβαια τους Έλληνες. Ακόμη και στις γιορτινές μέρες δεν ήταν τίποτα σπουδαίο. Έφτανε ένα βραστό χοιρινό, λίγο κρασί και καμιά πίτα γλυκιά για να ενθουσιάσει τους Σπαρτιάτες, που το καθημερινό τους ήταν μια κούπα από «μέλανα ζωμό» κι ένα κομμάτι ψωμί.
Αλλά ελάχιστοι μπορούσαν να αντέξουν τη σπαρτιατική λιτότητα. Γι’ αυτό και οι Σπαρτιάτες, πολύ πιθανόν να φάνταζαν ήρωες μπροστά σε κάποιους άλλους Έλληνες και συγκεκριμένα Αθηναίους που ήθελαν να ζουν μέσα στην πολυτέλεια και να μην λείπει κανένα είδος τροφής και ποτού από τα σπίτια τους. 





Το κυνήγι. 
Το κυνήγι, κυρίως με τα τόξα, το αγαπούσαν όλοι οι... πολεμιστές, αφού ήταν άφθονο στην αρχαία εποχή και υπήρχαν μεγάλες εκτάσεις όπου δεν πατούσε ανθρώπινο πόδι.
Τα δολώματα που χρησιμοποιούσαν ήταν κυρίως μικρά πιτσούνια και τυφλωμένα περιστεράκια!
Οι αρχαίοι έτρωγαν όχι μόνο τα περιστέρια αλλά όλα τα πετούμενα, ακόμη και τα μικρά σπουργίτια, εκτός απ’ τα κοράκια, με το σκληρό και στυφό κρέας τους. Απέφευγαν όμως να τρώνε και τα ορτύκια, αφού τα φυλάγανε για τις αξιολάτρευτες ορτυκομαχίες τους μια και το χρήμα είχε και αυτό την τιμητική του θέση στην κοινωνία. Τα προϊόντα του κυνηγιού ήταν ακόμη, κυρίως, τσίχλες, συκοφάγοι, κοτσύφια, πέρδικες, ψαρόνια, αγριόπαπιες, χήνες κ.λ.π.
Αλλά από τα πιο ζηλευτά θηράματα ήταν οι αγριόχοιροι, τα ελάφια και τα ζαρκάδια, που ζούσαν τότε σ’ όλα τα ελληνικά βουνά.
Τέλος, τα αγαθά του κυνηγιού θεωρούνταν βέβαια από τους αρχαίους ως τα πιο νόστιμα. Η διατροφή των αρχαίων Ελλήνων όπως φαίνεται ήταν πλήρης αν αναλογιστούμε τις τροφές που υπήρχαν τότε. Και οι Έλληνες δείχνουν να ήταν περισσότερο καλοφαγάδες παρά λιτοδίαιτοι, αφού στα συμπόσια τους τις περισσότερες φορές, αν όχι πάντα, τα τραπέζια ήταν γεμάτα από πλήθος διαφόρων τροφών, και γευμάτων.
Εξάλλου, οι αρχαίοι έλεγαν πως ένα υγιές και καλό μυαλό πρέπει να βρίσκεται μέσα σε ένα υγιές σώμα. Δηλαδή όσο σημαντικό θεωρούσαν την πνευματική καλλιέργεια του ανθρώπου, τόσο σημαντικό θεωρούσαν και την καλή και σωστή διατροφή του.
Η εργασία αυτή με βοήθησε αρκετά να μάθω περισσότερα απ’ όσα γνώριζα για το διαιτολόγιο των προγόνων μας. Ήταν για μένα αρκετά σημαντική αφού μου πρόσφερε αρκετές πληροφορίες και γνώσεις για τη ζωή, γενικά, των αρχαίων Ελλήνων.
Και, πραγματικά, γνώρισα καλύτερα όχι μόνο τις διατροφικές επιλογές των αρχαίων Ελλήνων αλλά και τον τρόπο ζωής τους, γιατί πιστεύω πως μέσα από τη διατροφή κάποιου λαού μπορείς να καταλάβεις, λιγότερο ή περισσότερο, και τις καθημερινές του συνήθειες.

ΠΕΡΙ ΕΔΕΣΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Ν. ΜΟΤΣΙΑ

Στα γεύματα και στα δείπνα τα τραπέζια ήταν γεμάτα με ψωμί, με κρέατα και χορταρικά, κι ακόμη με ελιές, πίτες, γλυκίσματα και φρούτα. Φυσικά και με άφθονο κρασί. Από τα όσπρια, γνωστά στους αρχαίους ήταν τα φασόλια, οι φακές, τα ρεβίθια (που τα προτιμούσανε ψημένα), τα μπιζέλια και τα κουκιά, που τα 'τρωγαν, συνήθως, σε πουρέ (έτνος). Για το έτνος, δηλαδή τη σημερινή φάβα, ξετρελαινόταν ο Ηρακλής, και ο Αριστοφάνης δεν χάνει την ευκαιρία να τον σατιρίσει:


Ήρθες, αγαπητέ Ηρακλή; Πέρασε μέσα.
Η Περσεφόνη μόλις έμαθε ότι έφτασες,
αμέσως βάλθηκε να ζυμώνει καρβέλια,
έβαλε δυο τρεις χύτρες στη φωτιά
με όσπρια τριμμένα και φάβα, και στη θράκα
ένα ολάκερο βόδι • ψήνει ακόμη
γλυκά και πίτες. Μα πέρασε μέσα.
                  («Βάτραχοι» 503-507)

Μια γενική όμως ιδέα για τις γνωστές στους αρχαίους τροφές παίρνουμε απ' τους Δειπνοσοφιστές του Αθήναιου (Δ, 7):
Γιατί, τι λείπει απ'το σπίτι μας, ποία καλά, δεν είναι γεμάτο οσμές συριακής σμύρνας κι από ευχάριστο καπνό λιβανιού, δεν σε ευφραίνει να βλέπεις μάζες ψωμιού από λεπτό αλεύρι, τρυφερά χταπόδια, λουκάνικα, ώς και πάχος, φούσκες, βραστά σέσκλα και φύλλα, φάβα και σκόρδα, μαρίδες, σκουμπριά, ενθρυμματίδες, φάρο και χόνδρο, κουκιά, λαθούρια, αρακά, ρόβη, μέλι, τυρί, γεμιστά άντερα ως και σιτάρια, καρύδια, πληγούρι, ψητές καραβίδες, ψητά καλαμάρια, βραστό κέφαλο, σουπιές βραστές, βραστή σμέρνα, κωβιούς βραστούς, ψητές παλαμίδες, ψητές φυκίδες, βατράχους, πέρκες, συνόδια, γάδους, ρίνες, ψησσιά, γαλέον, κούκον, φίσσες και νάρκες, κομμάτια σελάχι, κηρήθρες, σταφύλια, σύκα, γλυκίσματα, μήλα, ακράνεια, ρόδια, ρίγανη, μήκωνα, αχλάδια, κνήκον, ελιές, τσίπουρα, γαλατόπιτες, πράσα, αμπελόπρασα, κρεμμύδια, φνστή, βολβούς, γουλιά, σίλφιον, ξύδι, μάραθο, αυγά, φακή και τα τζιτζίκια, χυμούς, κάρδαμο, σουσάμι, κουαλούς, αλάτι, πίννες, πεταλίδες, μύδια, στρείδια και χτένια, μεγάλους τόνους. Και κοντά σ' αυτά αμέτρητο πλήθος από πουλιά, πάπιες, φάσσες, χήνες και σπουργίτια, τσίχλες, κορυδαλούς, κίσσες και κύκνους και ελεκάνους, σουσουράδα, μια γερανό. Για 'σένα θα είν' εκεί κρασιά λευκά, γλυκό εγχώριο, ευχάριστο, ο καπνίας. 
ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΑΝΑΣΚΑΦΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΗΤΗ-ΜΙΝΩΙΚΗ ΕΠΟΧΗ
Από τα εκλεκτότερα εδέσματα ήταν οι κοχλιοί, τα σαλιγκάρια, που τα 'τρωγαν οι Κρητικοί από την εποχή του Μίνωα.


Τα μικρά πουλιά, σπίνους, τσίχλες, ακόμη και τους λαγούς, αφού τα ψήνανε, τα διατηρούσανε μέσα σ' ευωδιαστό λάδι. Μάλιστα, τα παραγεμίζανε με διάφορα καρυκεύματα, κάτι που συνηθίζεται και σήμερα στα χωριά της Μάνης. Για τη φτωχολογιά οι σούπες ήταν το πιο συνηθισμένο καθημερινό φαγητό. Έτρωγαν βέβαια και ψαρόσουπες, που η πλούσια όμως τάξη τις απέφευγε! Στα χορταρικά έριχναν μια σάλτσα φτιαγμένη από λάδι, δριμύ ξύδι, διάφορα καρυκεύματα, ακόμη και μέλι.



Ας ακούσουμε όμως μερικά «διαφημιστικά εδέσματα» του Αριστοφάνη: 

ΛΑΜΑΧΟΣ: Φέρε μου παστό μες σ' ένα φύλλο.
ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Πιάσε μου φύλλα• εκεί ψήνω τα ψάρια.

                                                                  («Αχαρνής», 1198-1199)

Γυναίκα, βράσε μπόλικα φασόλια, ρίξε και στάρι,
φέρε μας λίγα σύκα (...)
Ας φέρει κάποιος απ' το σπιτικό μου
την τσίχλα και δυο σπίνους• είχε κι ανθόγαλο
και τέσσερα κομμάτια λαγού.

                                                             («Ειρήνη», 1144-1145, 1149-1150)

Κι αλλού στο ίδιο έργο:
Η κότα ψήθηκε
το παστέλι του σουσαμιού ζυμώθηκε
Τις τσαπέλες με τα σύκα
και τις θρούμπες τις ελιές.


Τα κρέατα ήταν πανάκριβα, παρά τις πολλές θυσίες που γίνονταν για τους θεούς.   
Φθηνότερο, συγκριτικά, ήταν το χοιρινό, που για τους φτωχούς όμως ήταν κι αυτό απλησίαστο. Στην ύπαιθρο βέβαια έτρωγαν συχνότερα κρέας, αφού μπορούσαν να θρέψουν στις αυλές τους και τους κήπους πουλερικά, γουρουνόπουλα, κατσίκια κι αρνιά. Απέφευγαν να τρώνε χοιρινά μυαλά, γιατί τους το απαγόρευαν οι φιλόσοφοι (Αθήναιος, Β 72), ισχυριζόμενοι ότι «όποιοι τρώνε απ' αυτά είναι σαν να τρώγουν κουκιά στις κεφαλές όχι μόνο των γονέων αλλά και των άλλων απαγορευμένων πραγμάτων».

Οι Αθηναίοι, πλούσιοι και φτωχοί, είχαν μεγάλη αδυναμία στα θαλασσινά και στα όστρακα. Μεγάλη ζήτηση είχαν στην αθηναϊκή αγορά παστά ψάρια από τον Ελλήσποντο και τον Εύξεινο Πόντο και φυσικά κάθε τι που 'φτανε από την κοντινή λίμνη της Κωπαΐδας. Μια σκηνή στους «Αχαρνείς», όπου ο Αριστοφάνης παρουσιάζει τον Δικαιόπολι ν' αγοράζει ψάρια από Βοιωτό ψαρά, είναι αρκετά εύγλωττη:



ΔΙΚΑΙΟΠΟΛ1Σ: Μμ! αν φέρνεις τέτοια νοστιμάδα,
την πιο γλυκιά που υπάρχει, δός μου
τα χέλια να καλωσορίσω αμέσως.
ΘΗΒΑΙΟΣ: Νιράιδα ζηλεμέν' της Κουπαΐδας
βγε και καλοχιραίτισι τουν ξένον.
ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Ω! Πολυπόθητε και πολυαγαπημένε
λαχταριστέ μεζέ της κωμωδίας,
μας ήρθες πια, μεράκι των φαγάδων.
Το φυσερό, τη σκάρα φέρτε, δούλοι.


Και τα χέλια, όμως, ήταν πανάκριβα, αφού, γύρω στο τέλος του 5ου π.κ.χ. αιώνα, στοίχιζαν τρεις δραχμές το ένα, όσο κόστιζε κι ένα μικρό γουρουνόπουλο, ποσό μεγάλο για την εποχή. Για το λαό, όμως, οι σαρδέλες του Φαλήρου ήταν το πιο συνηθισμένο θαλασσινό, μαζί με κριθαρένιο -ψωμί. Κάθε αύξηση της φαληρικής σαρδέλας έβαζε σ' ανησυχία το φτωχόκοσμο.
«Και συμβούλεψα να υποσχεθούμε στην Αρτέμιδα την Αγρότιδα χίλια κατσίκια, αν οι σαρδέλες έκαναν, την επομένη, εκατό στον οβολό», λέει («Ιππής») ο αλλαντοπώλης Αγοράκριτος, εκφράζοντας έτσι και την αγωνία του λαού για την ακρίβεια.

Οι αρχαίοι Έλληνες έτρωγαν συχνότερα ψάρι από κρέας, παρά την αποστροφή του Ομήρου. Ο Φλασελιέρ σημειώνει ότι η λέξη -όψον -αρχικά σήμαινε ό,τι τρώμε μαζί με το ψωμί, αλλά σιγά σιγά πήρε μια άλλη σημασία και κατέληξε να σημαίνει ψάρι. Το πιο διαδεδομένο πρωινό ρόφημα, αφού βέβαια αγνοούσαν τον καφέ, ήταν ο κυκεώνας, που προαναφέραμε, το γάλα, κυρίως το κατσικίσιο, κι ένα ανακάτεμα από χλιαρό νερό και μέλι, που προκαλούσε ιδιαίτερη ευχαρίστηση.

Στις κωμωδίες του Αριστοφάνη αναφέρονται εδέσματα που μας ξενίζουν. Στους «Ιππής» μιλάει για «ξίγκι βοδινό ψημένο μέσα σε συκόφυλλα». Αναφέρει επίσης τον «κάνδυλο», ένα ανακάτεμα από μέλι, γάλα, τυρί και λάδι, τον «μυττωτό», ένα είδος σκορδαλιάς με πράσα, σκόρδα, τυρί και μέλι.

Ο Αισχύλος στον «Προμηθέα Λυόμενο», μια τραγωδία που δεν σώθηκαν παρά λίγοι στίχοι της, ξαφνιάζει τους Αθηναίους:
………Μα οι Σκύθες οι φιλόνομοι που τρώνε τυρί αλογίσιο ανάκατο με γάλα…………..
ΕΥΡΗΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΤΟΑ ΤΟΥ ΑΤΤΑΛΟΥ -ΑΡΧ ΜΟΥΣΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ -ΣΚΕΥΟΣ ΜΑΓΕΙΡΕΜΑΤΟΣ 6-4 ος ΑΙΩΝΑΣ.
Σχετικά με την ετοιμασία ενός δείπνου, να τι μας άφησε ο Φερεπράτης (Αθηναίος ηθοποιός και ποιητής, του 4ου π.Χ. αιώνα), στο «Δουλοδιδάσκαλο»:

Πώς ετοιμάζεται το δείπνο; πέστε μας;
Λοιπόν σας λέω, έχετε ένα κομμάτι χέλι,
καλαμαράκια και αρνί, ολίγο λουκάνικο
βραστά πόδια και συκώτι, παϊδάκια
και πουλιά, κοτόπουλα και τυρί που 'ναι
μέσα στο μέλι, κι από κρέατα ένα μέρος.

(Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί Γ 49)


Ένα καλό τραπέζωμα μας παρουσιάζει και ο Αριστοφάνης («Εκκλησιάζουσαι» 838-845).
Τα τραπέζια είναι έτοιμα και γεμάτα με όλα
τ' αγαθά και τα κρεβάτια στρωμένα
με χαλιά και προβιές. Μες στις κανάτες
ανακατεύουν το κρασί, οι μυροπώλισσες
περιμένουν στην αράδα • τα ψάρια κομμένα
φέτες ψήνονται, οι λαγοί στις σούβλες,
ξεφουρνίζουν τις πίτες, πλέκονται στεφάνια,
καβουρντίζουν ξερούς καρπούς κι οι πιο νέες
βράζουν στις χύτρες τη φάβα.


«Το πρώτο πιάτο», λέει ο γιος του Αριστοφάνη Νικόστρατός (ποιητής κι αυτός), «από τα μεγάλα, θα προηγηθεί με σκαντζόχοιρο (εχίνον) λακέρδα ως και κάππαριν, μια θρυμματίδα, φέτα, παστό ψάρι ως κι ένα βολβό μέσα σε μια σάλτσα πολύ πικάντικη» (Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί Δ 10).

Αμαλία Κ. Ηλιάδη
(Δακτυλογράφηση: Βάσω Κ. Ηλιάδη)
Βιβλιογραφική αναφορά: Χρήστου Μότσια., «Τι έτρωγαν οι Αρχαίοι».
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΙΚΤΥΟ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ-ΥΠ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ-ΜΟΥΣΕΙΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ -Ι.Μ.Ε. 
Τα αποσπάσματα που αφορούν την κρεατοφαγία βρήκα εδώ: ydroxoos-woodiiis.blogspot.gr
Κι εδώ: botanologio.blogspot.gr
Πόσο έχουν αλλάξει οι διατροφικές συνήθειες των νεοελλήνων σε σχέση με την αρχαιότητα; Υπάρχουν σήμερα κοινά φαγητά με τους αρχαίους Αθηναίους; Τα παραδοσιακά ελληνικά ποτά και τρόφιμα που είναι γνωστά σε κάθε γωνιά της γης, ήταν εντελώς άγνωστα στην αρχαιότητα. 
Το ούζο που είναι διάσημο ελληνικό brand name οι αρχαίοι το αγνοούσαν, επειδή δεν γνώριζαν τον τρόπο της απόσταξης. Προϊόντα όπως η ζάχαρη, ο καφές, το ρύζι, οι ντομάτες, οι πιπεριές, οι πατάτες δεν υπήρχαν στο καθημερινό τους τραπέζι.

«Οι τροφές των αρχαίων», γράφει ο Σαρλ Πικάρ στο βιβλίο του με θέμα τη ζωή στην κλασική Ελλάδα, «σκοπό είχαν να ερεθίσουν και όχι να βαρύνουν το στομάχι, γι’ αυτό άλλωστε ήταν πλούσιες σε καρυκεύματα και αρωματικά βότανα». Για τους αρχαίους το καλό φαγητό ήταν ιεροτελεστία και εκείνοι το τιμούσαν δεόντως. Στα συμπόσια τους τα τραπέζια ήταν γεμάτα πολλά φαγητά και το κρασί έρεε άφθονο, νερωμένο με γλυκό ή θαλασσινό νερό και αρωματισμένο με δενδρολίβανο ή μέλι.

Στην εποχή του Περικλή (5ος αιώνας π.Χ.), τα φαγητά που έτρωγαν οι καλεσμένοι σε ένα σημαντικό δείπνο ήταν λαγός μαγειρεμένος με μέντα και θυμάρι, ψητές τσίχλες ή σπίνους διατηρημένους σε ευωδιαστό λάδι, αρνάκι ή γουρουνόπουλο σούβλας ποτισμένο με «θυλήματα», δηλαδή χοντροαλεσμένο αλεύρι ραντισμένο με κρασί και λάδι, με το οποίο έσβηναν το κρέας καθώς ψηνόταν, γλυκίσματα από ψιλοκοσκινισμένο αλεύρι πασπαλισμένα με μελωμένο κρασί και σουσάμι, αλμυρά τσουρέκια, ψητά ορτύκια, τυρί της Αχαΐας, σύκα και μέλι της Αττικής, κρασί από τη Χίο και τη Λέσβο, σταφύλια από τη Μένδη της Παλλήνης, χέλια και ψάρια από τη λίμνη Κωπαΐδα, θαλασσινά από την Εύβοια, κριθαρένιο ψωμί από την Πύλο, βραστούς βολβούς, που ευνοούν τη σεξουαλική διάθεση, ραπανάκια για να περνά η μέθη και, βέβαια, τις πίτες της Αθήνας, καύχημα της πόλης, παραγεμισμένες με τυρί, μέλι και διάφορα καρυκεύματα

Αν και ενίοτε καλοφαγάδες, κατά κανόνα ήταν, όμως, λιτοδίαιτοι. Οι αρχαίοι ήταν «μικροτράπεζοι» και «φυλλοτρώγες», γι’ αυτό και υπήρχε η έκφραση «Αττικηρώς ζην».


Η διατροφική ημέρα του αρχαίου Αθηναίου
Το πρωινό του αρχαίου Αθηναίου ήταν λιτό και έτρωγε με το πρώτο φως του ήλιου, το «ακράτισμα» που ήταν λίγο κριθαρένιο ψωμί βουτηγμένο σε ανέρωτο κρασί, τον λεγόμενο άκρατο οίνο. Κάποιες φορές το συνόδευαν ελιές και σύκα. Πιο συχνά, όμως, το πρωινό ήταν απλά μια κούπα από «κυκεώνα», δηλαδή ένα ρόφημα από βρασμένο κριθάρι αρωματισμένο με μέντα ή θυμάρι, για το οποίο οι αρχαίοι πίστευαν ότι έχει θεραπευτικές ιδιότητες. Κατά τη διάρκεια της μέρας, έπαιρναν ακόμα τρία γεύματα: το "άριστον" (μεσημεριανό), το "δειλινό" και το "δείπνο". Το δείπνο που ήταν και το κυρίως γεύμα, το έπαιρναν στο τέλος της μέρας ή αφού είχε ήδη νυχτώσει. Ήταν πλούσιο και στο τέλος προσφερόταν τα τραγήματα (επιδόρπια), φρούτα φρέσκα ή ξηρά, κυρίως σύκα, καρύδια, σταφύλια ή γλυκά με μέλι.

Δείτε: Το μείγμα του κυκεώνα!

Συνταγή Γαλατόπιτας - Άμης, κατευθείαν από αρχαία Ελλάδα!!

Τα φαγητά τους:
Οι αρχαίοι έτρωγαν συχνά κρέας, ιδιαίτερα χοιρινό αλλά και μοσχαρίσιο, μαγειρεμένο με αρκετούς τρόπους και σπανιότερα κατσίκι και αρνί. Αγαπημένο πιάτο ήταν το κυνήγι (τσίχλες, ορτύκια και ελάφια). Το μυστικό για μαλακό κρέας ήταν το μαρινάρισμα πριν από το ψήσιμο με χορταρικά. Οι Αθηναίοι είχαν μεγάλη αδυναμία στα θαλασσινά και στα όστρακα. Τα μπαρμπούνια και οι τσιπούρες στόλιζαν συχνά τα τραπέζια των πλουσίων, ενώ οι σαρδέλες του Φαλήρου ήταν το συνηθισμένο πιάτο των φτωχότερων. Η τιμή της σαρδέλας, μάλιστα, λειτουργούσε ως βαρόμετρο για την αγορά τροφίμων της Αθήνας. Μεγάλη ζήτηση είχαν και τα παστά ψάρια από τον Ελλήσποντο και τον Εύξεινο Πόντο, και φυσικά τα φημισμένα χέλια της Κωπαΐδας, που ήταν πανάκριβος μεζές, αφού το καθένα απ’ αυτά στοίχιζε όσο ένα γουρουνόπουλο.

Τα εδέσματα και οι σαλάτες:
Οι σαλάτες τους ήταν πάντοτε ωμές για να μη χάνουν τη θρεπτική τους αξία και πάντα από υλικά με θεραπευτικές ιδιότητες. Οι αρχαίοι συνήθιζαν να παίρνουν λάδι για τις σαλάτες τους από άγουρες ελιές. Φημισμένα ήταν τα λάδια της Σάμου και της Ικαρίας. Τους άρεσαν επίσης τα αλλαντικά και τα όσπρια. Έτρωγαν φασόλια, φακές, ψημένα ρεβίθια, μπιζέλια και κουκιά σε πουρέ (έτνος). Τα σκόρδα και τα κρεμμύδια ήταν κυρίαρχα στο καθημερινό τους μενού. Εκλεκτό έδεσμα για τους αρχαίους ήταν τα σαλιγκάρια, τα οποία οι Κρητικοί έτρωγαν από την εποχή του Μίνωα. Τα λαχανικά, τέλος, είχαν μεγάλη ζήτηση. Ο Πλάτωνας στην Πολιτεία του επαινεί, διά στόματος Σωκράτη, τη φυτοφαγική και τη φυσική δίαιτα. Πολλά σπίτια φρόντιζαν να έχουν μικρούς κήπους όπου καλλιεργούσαν και όσπρια, βολβούς, μαρούλια, αρακά, αγκινάρες, βλίτα, σέλινο, άνηθο και δυόσμο. Άλλα χορταρικά, όπως τα μανιτάρια, το μάραθο, τα σπαράγγια, ακόμα και τις τρυφερές τσουκνίδες, τα αναζητούσαν στις ακροποταμιές και στα χωράφια. Από τα πιο αγαπημένα προϊόντα των αρχαίων ήταν τα αγγούρια και τα σύκα.

Σκεύη και «δειπνολόγοι»:
Οι αρχαίοι Έλληνες σπάνια χρησιμοποιούσαν στα τραπέζια τους μαχαίρια και πιρούνια. Όταν οι τροφές ήταν υδαρείς, χρησιμοποιούσαν κουτάλια που τα ονόμαζαν «μόστρα» ή «γλώσσα». Χρήση κουταλιού μπορούσε να έχει κι ένα κομμάτι από κόρα ψωμιού, που το έλεγαν «μυστίλλη». Οι αρχαίοι έπαιρναν τα φαγητά με τα δάχτυλα, τα οποία αργότερα καθάριζαν με μια ειδική ζύμη ή ψίχα ψωμιού. Το νερό, το κρασί, όπως και τον κυκεώνα τα έπιναν σε κύλικες (κύπελλα), που συνήθως ήταν πήλινα. Συχνά χρησιμοποιούσαν ξύλινα ή και μεταλλικά κύπελλα, ενώ στα πλούσια συμπόσια μπορούσε κάποιος να δει ασημένια ή και χρυσά κύπελλα. Τα πιάτα φαγητού τα ονόμαζαν «πινάκια» και τα μικρότερα πιάτα «βατάνια».

Τα φαγητά τα μαγείρευαν οι γυναίκες με τη βοήθεια των δούλων σε ειδικούς χώρους, αποκλειστικά στις αυλές και στον κήπο. Πουθενά στα κείμενα που σώθηκαν δεν αναφέρεται αντίστοιχος χώρος με τη σημερινή κουζίνα. Οι πρώτοι επαγγελματίες μάγειροι, όπως και οι ζαχαροπλάστες, εμφανίζονται κατά τον 4ο αιώνα π.Χ.. Ο Πλάτωνας αναφέρεται στο ζαχαροπλάστη Θεαρίωνα, όμως ο μάγειρας που απέκτησε τη μεγαλύτερη φήμη και ονομάστηκε «δειπνολόγος» ήταν ο Αρχέστρατος, από τη Γέλα της Κάτω Ιταλίας. Περίφημος μάγειρος ήταν και ο Μίθαικος, τον οποίο μνημονεύει ο Πλάτωνας στον Γοργία, και ήταν εκείνος που έγραψε τη Σικελική Οψοποιία, συνταγές με βάση το σικελικό διαιτολόγιο. Όσοι Αθηναίοι ήθελαν να διοργανώσουν μια γιορτή ή ένα συμπόσιο έβρισκαν τους μαγείρους στην αγορά. Αλλά και οι ίδιοι οι μάγειροι συχνά περνούσαν έξω από τα πλούσια σπίτια διαλαλώντας την τέχνη τους, έτοιμοι να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. Ταβέρνες και εστιατόρια δεν αναφέρονται ιδιαίτερα, ιδίως στην κλασική εποχή. Μετά τους χρόνους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, όμως, οι πόλεις άρχισαν ν’ αποκτούν στέκια και οι πολίτες δε συγκεντρώνονταν πια αποκλειστικά στην αγορά. Η λέξη «εστιατόριο» δεν είχε στην αρχαιότητα τη σημερινή της σημασία. Επρόκειτο για ένα δωμάτιο κοντά στο βωμό, όπου έτρωγαν όσοι είχαν τελέσει τη θυσία.

Δείτε ακόμη: Τα φαρμακευτικά κρασιά των Ελλήνων!

Η χρήση του κρασιού στήν ιατρική παράδοση των Ελλήνων!

Πηγή: www.glikiazoi.gr
Στη σύγχρονη καταναλωτική κοινωνία μας η διατροφή απασχολεί έντονα τον μέσο άνθρωπο και η σημασία της για την υγεία μας είναι πάρα πολύ μεγάλη. Οι διατροφικές μας συνήθειες διαφέρουν ριζικά από τις συνήθειες των αρχαίων μας προγόνων αν και ακόμη διατηρούμε κάποιες από αυτές. Οι αρχαίοι Έλληνες ξυπνούσαν μόλις εμφανιζόταν ο ήλιος και το πρωινό τους αποτελούνταν από τον «κυκεώνα», ένα ρόφημα από βρασμένο θυμάρι, αρωματισμένο με σουσάμι ή μέντα, γάλα και χλιαρό νερό με μέλι, και το «ακράτισμα», που ήταν ψωμί βουτηγμένο σε ανέρωτο κρασί, συνοδευόμενο από ελιές και σύκα.

Γύρω στις έντεκα έτρωγαν το «άριστον» που αποτελούνταν από ψωμί, τυρί, σκόρδο ή κρεμμύδι. Το μεσημέρι κατά τις τρεις είχαν το «εσπέρισμα», ένα ελαφρύ γεύμα προκειμένου να κρατηθούν μέχρι το βράδυ. Τα γεύματά τους ήταν στην πλειοψηφία τους μικρά και μόνο όταν νύχτωνε έτρωγαν πλούσια, το λεγόμενο«δείπνον». Αυτό αποτελούνταν από όσπρια, κρέας ή ψάρι, τυρί, ελιές, πίτες και ως επιδόρπιο φρούτα, ξηρούς καρπούς και γλυκά.

Το κρασί ήταν βασικό στοιχείο της καθημερινότητας των Ελλήνων. Το έπιναν όμως νερωμένο και ανάλογα με την ώρα της ημέρας έβαζαν την ανάλογη ποσότητα νερού. Όσο πλησίαζε η νύχτα, τόσο λιγότερο νερό έβαζαν. Τα συμπόσια ήταν μια άλλη αγαπημένη συνήθεια των αρχαίων Ελλήνων. Ξεκίναγαν συνήθως στις δέκα το πρωί και τέλειωναν με τη δύση του ηλίου. Το φαγητό και το κρασί έρεε άφθονο και σε συνδυασμό με κάθε είδους ηδονή και τις διαλογικές συζητήσεις πάνω σε κάθε κατάκτηση του ανθρώπινου πνεύματος αποτέλεσαν ένα αξεπέραστο αρμονικό σύνολο που ποτέ άλλοτε δεν συναντάμε στην ιστορία.

Οι πρόγονοί μας λάτρευαν επίσης τα γλυκά. Το «μελίκρατον» (γάλα, μέλι και καρύδια), ο «μυττωτός» (πίτα με τυρί, λάδι, μέλι και σκόρδο), το «νωγάλευμα» (λιναρόσπορο και μέλι) καθώς και τηγανίτες και τυρόψωμα. Τα νωγαλεύματα, όπως συνηθίζουν να αποκαλούν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι τις λιχουδιές, σερβίρονται ως τελευταίο πιάτο.

Σ’ όλη την Ελλάδα οι άνθρωποι είχαν λίγο-πολύ τις ίδιες διατροφικές συνήθειες. Σ’ όλη εκτός των Λακεδαιμονίων. Για τους λάτρεις του καλού φαγητού η Σπάρτη δεν ήταν ο κατάλληλος τόπος για να ζήσουν. Ο σκληρός τρόπος ζωής τους και οι απαιτήσεις της πολεμικής τους κοινωνίας δεν επέτρεπαν απολαύσεις και ηδονές. Το καλό φαγητό είναι και αυτό μια ηδονή που ο Σπαρτιάτης έπρεπε να αποφεύγει. Το βασικό τους φαγητό ήταν ο περίφημος «μέλανας ζωμός», ένα κακόγευστο ζουμί από κρέας, αίμα, ξύδι. Γενικά μπορούμε να πούμε ότι οι Σπαρτιάτες έτρωγαν λίγο και όχι εκλεκτά.

Οι μισητοί τους αντίπαλοι Αθηναίοι για να τους πικάρουν έλεγαν σε όποιον εκθείαζε την ανδρεία και την αυτοθυσία των Σπαρτιατών ότι ο οποιοσδήποτε θα προτιμούσε να σκοτωθεί στην μάχη παρά να τρώει κάθε μέρα μέλανα ζωμό… Μια ακόμη συνήθεια των Σπαρτιατών ήταν ξακουστή στην Αρχαία Ελλάδα. Λίγο πριν τη μάχη έτρωγαν ωμά κρεμμύδια για να ανεβάσουν την αδρεναλίνη τους!
Θεμέλιό της διατροφής τους ήταν η λεγόμενη «μεσογειακή τριάδα»: σιτάρι λάδι και κρασί.

Τα δημητριακά είναι το κύριο συστατικό στις συνταγές τους. Ο άρτος είναι ιερό προϊόν και απαραίτητο. Χωρίς αυτό, δεν υπάρχει ολοκληρωμένο γεύμα. Αλεύρι από κριθάρι ζυμωμένο σε γαλέτα είναι η συνηθισμένη εκδοχή και ονομάζεται μάζα. Η μεγάλη ποικιλία θεωρείται πολυτέλεια και πλούτος.
Για το λόγο αυτό συναντάμε τον ”Ιπνίτη” (ψωμί σε θερμή σκάφη), τον ”Εσχαρίτη” (ψωμί στη σχάρα), τον ”Άρτο τυρέοντα” (η λεγόμενη τυρόπιτα), τον ”Κριβανίτη άρτο” (από σιμιγδάλι), το ”όφωρος”, τις λαγάνες και άλλα πολλά που στολίζουν το γιορτινό τραπέζι.

Φασόλια, φακές, κουκιά υπάρχουν σε κάθε κουζίνα. Απαραίτητο υλικό για την δημιουργία λαχταριστών εδεσμάτων το λάδι. Λάδι από τη Σάμο και την Ικαρία θεωρείται το καλύτερο και νοστιμότερο όλων.

Επίσης το γάλα αποτελεί σταθερή διατροφική συνήθεια. Τυρί, σκόρδα, κρεμμύδια, κοχλιοί, σαλιγκάρια, μικρά πουλιά (τσίχλες, σπίνοι), σούπες, ζωμός από μπιζέλια συνθέτουν το πορτραίτο της καθημερινής και αναγκαίας βρώσης.

Ο Αριστοφάνης περιγράφει γεύσεις περίεργες στα έργα του: “ξίγκι βοδινό ψημένο με συκόφυλλα”, ”πελανό” (κράμα από αλεύρι, μέλι, λάδι), ”έκχυτος” (μείγμα από αλεύρι και ψημένο τυρί με κρασί μελωμένο), “μυττωτός” (πίτα με τυρί ανακατεμένο με μέλι και σκόρδα). Ποτέ στην αρχή του γεύματος δεν σερβίρεται σούπα για να μην κοπεί η όρεξη.
Τα φρούτα, όπως η ορβικλάτα (γλυκά μήλα), στρουθιά και κοδύματα (κυδώνια), κοκκύμπα (ροδάκινα), σταφύλια, σύκα αποτελούν μεγάλη αδυναμία γι’ αυτό και δεν λείπουν από κανένα δείπνο.

Οι Έλληνες ανέτρεφαν πάπιες, χήνες, ορτύκια και κότες για να εξασφαλίζουν αυγά. Ορισμένοι συγγραφείς κάνουν ακόμη αναφορά σε αυγά φασιανού και αιγυπτιακής χήνας, εντούτοις μπορούμε να υποθέσουμε πως επρόκειτο για σπάνια εδέσματα. Τα αυγά καταναλώνονταν είτε μελάτα είτε σφικτά ως ορεκτικό ή επιδόρπιο. Επιπλέον τόσο ο κρόκος όσο και το ασπράδι του αυγού αποτελούσαν συστατικά διάφορων συνταγών.

Η κατανάλωση κρέατος και θαλασσινών σχετιζόταν με την οικονομική κατάσταση της οικογένειας, αλλά και με το αν κατοικούσε στην πόλη, στην ύπαιθρο ή κοντά στη θάλασσα. Οι Έλληνες κατανάλωναν ιδιαιτέρως τα γαλακτοκομικά και κυρίως το τυρί. Το βούτυρο ήταν γνωστό, αλλά έχανε σε προτιμήσεις σε σχέση με το ελαιόλαδο το οποίο ήταν ένα από τα ”θεμέλια” της διατροφής τους.

Ο ορφισμός και ο πυθαγορισμός, δύο αρχαιοελληνικά θρησκευτικά ρεύματα, πρότειναν ένα διαφοροποιημένο τρόπο ζωής βασισμένο στην αγνότητα και την κάθαρση - στην πραγματικότητα πρόκειται για μία μορφή άσκησης. Στο πλαίσιο αυτό η χορτοφαγία αποτελεί κεντρικό σημείο στην ιδεολογία του ορφισμού, καθώς και σε μερικές από τις παραλλαγές του πυθαγορισμού.

Ο Εμπεδοκλής τον 5ο αιώνα π.Χ πλαισιώνει τη χορτοφαγία στην πεποίθηση της μεταμψύχωσης: ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι ένα ζώο που θανατώνεται δεν αποτελεί το καταφύγιο μιας ανθρώπινης ψυχής; Οφείλουμε να παρατηρήσουμε, ωστόσο, πως ο Εμπεδοκλής, αν ήθελε να είναι συνεπής με την ίδια του τη λογική, θα έπρεπε να αρνείται επίσης να καταναλώνει και φυτά για τον ίδιο λόγο. Η χορτοφαγία πιθανώς επίσης εκπορεύεται από την απέχθεια προς τη θανάτωση ζωντανών οργανισμών, καθώς ο ορφισμός δίδασκε την αποχή απο αιματοχυσίες.

Η διδασκαλία του Πυθαγόρα τον 4ο αιώνα π.Χ είναι ακόμη δυσκολότερο να οριοθετηθεί με ακρίβεια. Οι ποιητές της Μέσης κωμωδίας, όπως ο Άλεξις ή ο Αριστοφών, περιγράφουν τους πυθαγόρειους ως αυστηρά χορτοφάγους: μάλιστα ορισμένοι περιορίζονταν μονάχα στην κατανάλωση ψωμιού και νερού.

Ωστόσο, άλλα ρεύματα περιορίζονταν στην απαγόρευση συγκεκριμένων φυτικών τροφών όπως τα κουκιά ή ιερών ζώων όπως ο λευκός κόκκορας ή ακόμη συγκεκριμένων σημείων του σώματος των ζώων. Τέλος, ακόμη και οι οπαδοί της χορτοφαγίας σε συγκεκριμένες θρησκευτικές περιστάσεις κατανάλωναν θυσιασμένα ζώα, κατά την άσκηση των θρησκευτικών τους καθηκόντων.

Η χορτοφαγία και η ιδέα της αγνότητας παρέμειναν στενά συνδεδεμένες και ορισμένες φορές συνοδεύονταν κι από την αποχή από τη σεξουαλική πράξη. Στο έργο του «Περί σαρκοφαγίας» ο Πλούταρχος αναβιώνει την αντίληψη πως η αιματοχυσία αποτελεί βάρβαρη πράξη και ζητά από τον άνθρωπο που καταναλώνει σάρκα να δικαιολογήσει την προτίμησή του.

Ο νεοπλατωνικός Πορφύριος από την Τύρο (3ος αιώνας), στο έργο του «De abstinentia ab esu animalium» συνδέει τη χορτοφαγία με τα κρητικά μυστήρια και παρέχει έναν κατάλογο με διάσημους χορτοφάγους του παρελθόντος, ξεκινώντας από τον Επιμενίδη. Για εκείνον, είναι ο ήρωας Τριπτόλεμος, που δέχτηκε από το θεά Δήμητρα ένα στάχυ ως δώρο και εκείνος που εισήγαγε τη χορτοφαγία. Οι τρεις εντολές του ήταν: «Τίμα τους γονείς σου», «Τίμα τους θεούς με καρπούς» και «Δείξε οίκτο στα ζώα».


Διατροφή των αρρώστων
Οι αρχαίοι Έλληνες ιατροί συμφωνούν για την αναγκαιότητα ιδιαίτερης διατροφής για τους αρρώστους, εντούτοις οι απόψεις τους για το ποια τρόφιμα πρέπει να περιλαμβάνει δεν συμφωνούν. Στο έργο του «Περί Διαίτης Οξέων» ο Ιπποκράτης αναφέρεται στις ευεργετικές ιδιότητες της πτισάνης, η οποία αφομοιώνεται εύκολα από τον οργανισμό και προκαλεί πτώση του πυρετού.

Εντούτοις, άλλοι τη θεωρούν βαρυά, καθώς εμπεριέχει σπόρους κριθαριού, ενώ άλλοι την συνιστούν με την προϋπόθεση να μην τοποθετούνται οι σπόροι αυτοί κατά την προετοιμασία της. Ορισμένοι ιατροί δεν επιτρέπουν παρά μόνο υγρές τροφές μέχρι και την έβδομη ημέρα, και μετά επιτρέπουν την πτισάνη. Τέλος μια μερίδα εξ αυτών υποστηρίζει πως δεν θα πρέπει να καταναλώνονται στερεές τροφές καθ’ όλη τη διάρκεια της ασθένειας.

Οι ίδιες οι μέθοδοι του Ιπποκράτη αποτελούν αντικείμενο διχογνωμίας ανάμεσα στους διάφορους ιατρούς: άλλοι κατηγορούν το μεγάλο ιατρό πως υποσιτίζει τους ασθενείς του, ενώ άλλοι πως τους τρέφει υπερβολικά. Κατά την ελληνιστική εποχή, ο αλεξανδρινός Ερασίστριτος προσάπτει στον Ιπποκράτη ότι απαγόρευε στους αρρώστους να τρώνε ο,τιδήποτε παρά λίγο νερό, χωρίς να λαμβάνουν κανένα άλλο θρεπτικό στοιχείο: πρόκειται πράγματι για την πρακτική των μεθοδικών που δεν επέτρεπαν στους ασθενείς τη λήψη τροφής κατά το πρώτο 48ωρο. Αντίθετα, ο Πετρονάς συνιστά την κατανάλωση χοιρινού και τη λήψη ανόθευτου οίνου.

Πηγή: www.report24.gr