Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα κρασί. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα κρασί. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Γενικά όλα τα φτιαχτά κρασιά παίρνουν τις ιδιότητες αυτών που τους προσθέτουμε και για αυτό είναι εύκολο σε όσους γνωρίζουν τη φύση των φυτών να διαπιστώσουν και τις ιδιότητες των κρασιών. Η χρήση των κρασιών όμως ενδείκνυται σε όσους δεν έχουν πυρετό, ενώ φτιάχνεται από αυτό ξίδι, το οποίο χρησιμεύει σε παρόμοιες παθήσεις.

- Το κρασί από τη σκιλλοκρεμμύδα φτιάχνεται έτσι:
Αφού κόψεις όπως έχω πει, τη σκιλοκρέμμυδα ξέρανε στον ήλιο, έπειτα κόψε από αυτή μία μνα και κοσκίνισέ τη σε λεπτό κόσκινο περί ένδυσε το με αραιό ύφασμα και βούτηξε το σε 20 ξέστες καλού και πρόσφατου μούστου, άφησέ το να μουσκέψει για 3 μήνες, μετά από αυτά αφού μεταφέρεις το κρασί σε άλλο αγγείο, φύλαξέ το αφού το βουλώσεις επιμελώς.
Είναι κατάλληλο δε για τις δυσπεψίες και τις αλλοιώσεις της τροφής και για όσους την κάνουν εμετό, για αυτούς που μαζεύουν παχύρευστα υγρά στο στομάχι ή στην κοιλιά τους, για όσους πάσχουν από την σπλήνα τους, από ίκτερο, από, καχεξία, υδρωπικία, δυσουρία, κολικούς, φουσκώσεις, παραλύσεις, σκοτοδίνες, χρόνια ρίγη, ρίξεις των ιστών, ενώ προκαλεί και την έμμηνο ρύση, ενοχλεί ελάχιστα τα νεύρα.Καλύτερο είναι το παλιό.
Πρέπει να αποφεύγετε η χρήση του στους πυρετούς και σε αυτούς που έχουν εσωτερικά έλκος.

- Το κυδωνίσιο κρασί, το οποίο μερικοί αποκαλούν μηλίσιο, παρασκευάζεται ως εξής:
Αφού βγάλεις από τα κυδώνια το σπέρμα και τα κόψεις όπως τη ράπα, ρίξε 12 μνες σε ένα αμφορέα μούστου για 30 ημέρες και αφού το σουρώσεις φύλαξέ το.
Παρασκευάζεται δε και αλλιώς
Πρέπει να στύψουμε μετά το κόψιμο τα κυδώνια, να ανακατέψουμε σε δώδεκα ξέστες από το χυμό, ένα ξέστη από μέλι και να το φυλάξουμε
Είναι στυπτικό, καλό για το στομάχι, αρμόζει στις δυσεντερίες και για όσους πάσχουν από το συκώτι, από νεφρίτιδες και από δυσουρία

- Το κρασί από αχλάδια παρασκευάζεται όμοια όπως από κυδώνια, ας μην είναι όμως τα αχλάδια πολύ ώριμα. Με τον ίδιο τρόπο παρασκευάζονται τα κρασιά από χαρούπια, από μέσπιλα και από σούρβα.
Όλα είναι στυπτικά, στυφά και καλά για το στομάχι, ενώ σταματούν τις εσωτερικές καταρροές.

- Το κρασί από ρόδια παρασκευάζεται δε έτσι:
Αφού πάρεις ώριμα ρόδια χωρίς κουκούτσια και αποθλίψεις τον χυμό των σπυριών τους, φύλαξέ τον, ή αφού τον βράσεις έως ότου να μείνει το ένα τρίτο, έτσι φύλαξέ το.
Κάνει καλό στις εσωτερικές καταρροές και στους πυρετούς με διάρροια. Είναι δε ευστόμαχος και στεγνωτικός της κοιλιάς και διουρητικός.

- Το κρασί από τριαντάφυλλα παρασκευάζεται ως εξής:
Τριαντάφυλλα φετινά ξερά κοπανισμένα μία μνα αφού δέσεις με ύφασμα, ρίξε το σε 20 ξέστες μούστου και βούλωσέ τον σφιχτά. Μετά από 3 μήνες σούρωσέ το, μετάγγισέ και φύλαξέ το.
Είναι χρήσιμο δε για τον απύρετο πόνο και τη πέψη του στομαχιού, αν πίνεται μετά το φαγητό, για τις ευκοιλιότητες και τις δυσεντερίες.

- Ροδόμελι:
Παρασκευάζεται δε και από χυμό τριαντάφυλλων και μελιού ανακατεμένο, οποίος καλείται ροδόμελι
Αρμόζει για τις τραχύτητες του λάρυγγα.

- Για να παρασκευάσουμε κρασί από μύρτα:
Παίρνουμε μαύρα μύρτα που έχουν παραωριμάσει. Τα κόβουμε και εκθλίβουμε το χυμό τους με πιεστήριο και το βάζουμε σε αγγεία.
Άλλοι το βράζουν έως να μείνει το ένα τρίτο.
Μερικοί αφού αφήσουν στον ήλιο και ξεράνουν τα μύρτα, προσθέτουν σε μια χοίνικα κοπανισμένων μύρτων τρεις κοτύλες νερό και την ίδια ποσότητα παλιού στυφού κρασιού και έτσι το στύβουν και το φυλάνε.
Είναι ικανώς στυπτικός και ευστόμαχος, χρήσιμος για το στομάχι και την κοιλιά που έχουν καταρροή, για τα εσωτερικά έλκη και τη διάρροια. Μαυρίζει μάλιστα τις τρίχες στη κεφαλή.

- Το κρασί μυρτιάς(myrtus communis) παρασκευάζεται ως εξής:
Πρέπει αφού πάρουμε από τις μαύρες μυρτιές τα βλαστάρια και τα φύλλα μαζί με τα μύρτα, να τα κοπανίσουμε και να προσθέσουμε δέκα μνες κοπανισμένης μυρτιάς σε τρεις χόες μούστου και να τους βράσουμε έως να μείνουν δύο και αφού τους σουρώσουμε να τους φυλάξουμε.
Αυτό κάνει για τα έλκη που φθείρουν τις τρίχες της κεφαλής και τη πιτυρίαση, για τα εξανθήματα, για τα ούλα, για τις αμυγδαλές και για τα αυτιά που τρέχουν πύο, αναστέλει και την εφίδρωση.


- Το κρασί από σχίνο παρασκευάζεται με παρόμοιο τρόπο με αυτόν της μυρτιάς και με τον ίδιο τρόπο και το κρασί τερέβινθου, γιατί παίρνονται και από αυτά τα φυτά τα βλαστάρια μαζί με τους καρπούς τους.

- Η ρετσίνα στα διάφορα έθνη παρασκευάζεται με ποικίλους τρόπους. Περισσότερο δε στη Γαλατία επειδή ξινίζει το κρασί, καθώς μένει το σταφύλι άγουρο λόγο του κρύου, αν δε προστεθεί ρετσίνι πεύκου.
Κοπανίζεται δε μαζί με το φλοιό το ρετσίνι και προστίθεται μισή κοτύλι σε ένα κεράμιο.
Και οι μεν το σουρώνουν αφού ζυμωθεί, χωρίζοντας το ρετσίνι και οι δε όπως είναι. Όταν παλιώσουν δε γίνονται ευχάριστα.
Όλα όμως αυτά τα κρασιά προκαλούν πονοκέφαλο και σκοτοδίνες, είναι όμως πεπτικά και διουρητικά, κατάλληλα για όσους έχουν καταρροές και βήχα, κοιλιακά, δυσεντερία και υδρωπικία, καθώς και για γυναίκες που έχουν αιμορραγία, αλλά και ως κλύσμα όσων έχουν βαθιά έλκος. Η μαύρη ρετσίνα είναι πιο στυπτική από τη λευκή.

- Το κρασί από κουκουνάρια παρασκευάζεται:
Μουσκεμένα σε μούστο προσφάτων κομμένων και θρυμματισμένων κουκουναριών
Κάνει δε τα ίδια που κάνει και η ρητίνη(ρετσίνα).
Αν κανείς μουσκέψει τα κουκουνάρια σε γλυκό κρασί και τα βράσει, αρμόζει και σε αυτούς που έχουν φθίση αν πίνεται αρκετό.

- Το κρασί από κέδρο, άρκευθο, κυπαρίσσι, δάφνη, πεύκο ή έλατο παρασκευάζεται ομοίως.
Πρέπει σχίζοντας τα πρόσφατα κομμένα ξύλα, όταν βγάζουν τον καρπό να τα τοποθετούμε στον ήλιο ή σε ζεστό λουτρό ή κοντά στη φωτιά, ώστε να ιδρώσουν και να προσθέσουμε μία μνα από αυτά σε ένα χόα του κρασιού, άφησε το κάτω για δύο μήνες, έπειτα το μεταγγίζεις και αφού το ηλιάσεις το φυλάς.
Τα φαρμακευτικά κρασιά είναι ακατάλληλα για όσους είναι υγιείς. Όλα αυτά είναι θερμαντικά, διουρητικά και ελαφρώς στυπτικά. Το δάφνινο κρασί είναι πιο θερμαντικό.

- Γίνεται δε κρασί και από το καρπό των μεγαλύτερων κέδρων.
Πρέπει σε ένα χοά του μούστου να προσθέσουμε μισή μνα κοπανισμένων κεδρόμηλων και να τον αφήσουμε στον ήλιο για σαράντα ημέρες και μετά από αυτά να σουρώσουμε το κρασί και να το μεταγγίσουμε. Γίνεται και το κρασί από τον καρπό της άρκευθου ομοίως με τα κεδρόμηλα και κάνει τα ίδια.

- Το κέδρινο κρασί γίνεται έτσι:
Αφού πλύνουν το κέδρινο ρετσίνι με γλυκό νερό, αλείφουν με ένα κεράμιο με ένα κύανθο και έτσι το γεμίζουν με μούστο.
Και αυτό γίνεται θερμαντικό και λεπτυντικό, κατάλληλο για το χρόνιο βήχα που δε συνοδεύεται από πυρετό και για τους πόνους του θώρακα, τους κολικούς, τα έλκη στη κοιλιά και στα έντερα, όσους έχουν εμπυήματα και υδρωπικία και όσες έχουν υστερικούς πνιγμούς. Κάνει και για τις λεβίθες και για τα ρίγη, βοηθά και όσους έχουν δαγκωθεί από φίδι και σκοτώνει τα ερπετά και θεραπεύει τους πόνους στα αυτιά όταν ενσταλάζεται.




- Το κρασί αψιθιάς παρασκευάζεται με ποικίλους τρόπους:
Γιατί οι μεν σε 48 ξέστες μούστου προσθέτουν μία λίτρα Ποντιακής αψιθιάς και τον βράζουν μέχρι να μείνει το ένα τρίτο, έπειτα αφού προσθέσουν ενενήντα ξέστες μούστου και μισή λίτρα αψιθιάς και αφού τα ανακατέψουν καλά, το αδειάζουν σε αγγεία και αφού καταλαγιάσει, το σουρώνουν και το φυλάνε.
Οι δε μουσκεύουν μία μνα αψιθιάς σε ένα αμφορέα μούστου για τρεις μήνες.
Άλλοι βάζουν μια μνα αψιθιάς σε ένα κεράμιο για δυο μήνες, αφού την κοπανίσουν και τη δέσουν σε αραιό ύφασμα.
Άλλοι ρίχνουν σε είκοσι ξέστες του μούστου μία λίτρα αψιθιάς και δύο ουγκιές ξερό ρετσίνι πεύκου. Μετά από δέκα ημέρες το σουρώνουν και το φυλάνε.
Είναι ευστόμαχο, διουρητικό, χρήσιμο για όσους πάσχουν από το συκώτι, από τα νεφρά και από ίκτερο και για όσους έχουν δυσπεψία, ανορεξία και βλάβη στο στομάχι, για το χρόνιο τέντωμα του υποχονδρίου και φουσκώσεις, για τις στρογγυλές λεβίθες, για την αναστολή της έμμηνου ρύσης, αρμόζει στη δηλητηρίαση από ιξία να πίνεται σε μεγάλη ποσότητα και να αποβάλλεται με εμετό.

- Το καλύτερο κρασί υσσώπου είναι αυτό που φτιάχνεται από ύσσωπο της Κιλικίας και παρασκευάζεται ομοίως με το κρασί της αψιθιάς. Πρέπει σε ένα κεράμιο του μούστου να προσθέτουμε μία λίτρα κοπανισμένων φύλλων υσσώπου, δένοντας τα σε αραιό ύφασμα.
Βυθίζονται μαζί και πετρούλες, για να καθίσει στο πάτο το δέμα. Μετάγγισε το μετά από σαράντα ημέρες αφού το σουρώσεις.
Ενδείκνυται στις παθήσεις του θώρακα, των πλευρών και του πνεύμονα, στους παλαιούς βήχες και άσματα. Είναι δε και διουρητικό και αρμόζει σε όσους έχουν κολικούς, στα ρίγη των περιοδικά εμφανιζόμενων πυρετών. Προκαλεί και την έμμηνο ρύση.

- Κρασί τραγορίγανης:
Ρίξε σε τέσσερις ξέστες μούστου τέσσερις δραχμές τραγορίγανης μέσα σε πανί για τρεις μήνες και μετάγγισε το σε αγγεία.
Αρμόζει στους κολικούς, στις ρίξεις των μυϊκών και νευρικών ιστών, στους πόνους των πλευρών, στα γουργουρητά των αερίων και στις δυσπεψίες.

- Κρασί από βούνιο:
Κοπάνισε δύο δραχμές από βούνιο, ρίχτες σε τέσσερις κοτύλες μούστου και κάνε τα υπόλοιπα με τον ίδιο τρόπο.
Αρμόζει στους στομαχικούς, και στους κεκοπωμένους από τη πολλή οπλομαχία ή ιππασία.

- Κρασί δίκταμου:
Μούσκεψε με τον ίδιο τρόπο τέσσερις δραχμές δίκταμου σε οκτώ κοτύλες μούστου.
Κάνει καλό σε όσους έχουν ναυτία στο στομάχι, προκαλεί την έμμηνο ρύση και τον καθαρισμό μετά τον τοκετό.

- Κρασί από πράσιο:
Από ακμαίο πράσιο κοπάνισε τα φύλλα, πρόσθεσε δύο χοίνικες σε ένα αμφορέα μούστου και κάνε τα υπόλοιπα με τον ίδιο τρόπο.
Αρμόζει στις παθήσεις του θώρακα και σε όσα αρμόζει το πράσιο.

- Θυμαρίσιο κρασί:
Θυμάρι κοπανισμένο και κοσκινισμένο εκατό δραχμές δέσε το σε πανί και ρίξ`το μέσα σε ένα αμφορέα μούστου.
Αρμόζει στις δυσπεψίες, στις ανορεξίες, στη κακή λειτουργία των νεύρων, στους πόνους του υποχόνδριου, στις χειμωνιάτικες ανατριχίλες και στα τσιμπήματα από δηλητηριώδη ζώα που παγώνουν και προκαλούν δυσκαμψία.


- Το κρασί από θρούμπι παρασκευάζεται με τον ίδιο τρόπο και κάνει καλό στα ίδια.

- Το ριγανίσιο κρασί παρασκευάζεται από την Ηρακλεώτικη ρίγανη με τον ίδιο τρόπο με το θυμαρίσιο, κάνει καλό στα ίδια.

- Τα κρασιά από καλαμίνθη, φλισκούνι και αβρότονο παρασκευάζονται όμοια με το θυμαρίσιο
Κάνουν καλό στους στομαχικούς, ανορεκτικούς και στον ίκτερο γιατί είναι διουρητικά.

- Το κρασί από κόνυζα ομοίως παρασκευάζεται
Είναι από όλα πιο κατάλληλο για τα δαγκώματα των φιδιών

- Κρασί δαύκου:
Χοντροκομμένη ρίζα του δαύκου εξήντα δραχμές βούτηξε ομοίως σε ένα κεράμιο μούστου και μετά μετάγγισε το κρασί σε δοχεία.
Κάνει καλό στους πόνους του θώρακα, του υποχόντριου και της μήτρας, προκαλεί την έμμηνο ρύση, το ρέψιμο και τα ούρα, αρμόζει και στο βήχα και στις ρίξεις των μυϊκών και νευρικών ιστών.

- Το κρασί φασκόμηλου παρασκευάζεται με τον ίδιο τρόπο:
Ρίξε εβδομήντα δραχμές φασκόμηλου σε ένα αμφορέα δηλαδή κεράμιο μούστου.
Κάνει καλό στους πόνους των νεφρών , της ουροδόχου κύστης και των πλευρών, στις αιμοπτύσεις, στον βήχα, στις ρήξεις των μυϊκών και νευρικών ιστών, στις συνθλίψεις και στο στέγνωμα της έμμηνου ρύσης.

Οι μονάδες βάρους και όγκου των αρχαίων Ελλήνων, όπως διαμορφώθηκαν τελικά και αναφέρονται από τον Διοσκουρίδη ήταν οι εξής:


Μονάδες βάρους/ Γραμμάρια
Κεράτιον = 0.189 γραμμάρια
Θέρμος = 2 κεράτια = 0,78
Όβολος = 3 κεράτια = 0,598
Κύαμος αιγύπτιος = 1 ½ όβολοι = 0,852
Γράμμα = 2 όβολοι = 1.137
Τριόβολον = 3 όβολοι = 1.794
Δραχμή, ολκή = 3 γράμματα = 3.411
Κάρυον βασιλικόν = 13.644
Ουγγία = 8 δραχμές = 27.88
Ξέστης = 1/6 λίτρας = 54.58
Τέταρτον = 81.86
Λίτρα = 12 ουγγίες = 324.45
Μνά = 436.6

Μονάδες όγκου/ Λίτρα
Κοχλιάριον, κόχλος = 0.0046
Χήμη, κόγχη = 0.0114
Κύαθος = 0.0476
Μύστρον μέγα = 0.068
Οξύβαφον = 0.684
Τέταρτον = 0.137
Κοτύλη, τρυβλίον = 0.274
Ξέστης = 0.547
Χοίνιξ = 1.094
Χους = 3.282
Ούρνα = 13.130
Αμφορεύς, κεράμιον = 26.260
Μετρητής = 39.360

Οι δοσολογίες των φαρμάκων συνήθως αναγραφόταν σε δραχμές.
Το μύστρον και το κοχλιάριον ήταν κυμαινόμενες μονάδες.

Πηγή: Διοσκουρίδης-Περί ύλης ιατρικής βιβλίον Ε'


Το είδα: www.ftiaxno.gr

Ενώ δέν υπάρχει περιθώριο γιά παρανόηση της λέξης οίνος, ή λέξη πνεΰμα είναι έννιολογικά πολυσήμαντη. Πνεΰμα είναι καί ή πνοή, δηλαδή ή αναπνοή καί σέ προέκταση ή ϊδια ή ζωή, πνεΰμα καί τό φύσημα καί ό άέρας, πνεϋμα κι αυτός. Στόν αφόρητο διχασμό τής άνθρώπινης ύπαρξης ό,τι δέν είναι «σώμα» είναι πνεύμα, όπως πνεΰμα είναι καί οί ανώτερες νοητικές λειτουργίες. Πνεΰμα καί τό φάντασμα καί κάθε άυλη ύπαρξη αλλά καί τό κεντρικό νόημα ένός κειμένου ή ένός συγγραφέα. Πνεύμα καί τό γνωστό στούς παλιότερους σημείο τής στίξης-σήμερα ξεχασμένο άπ’ τούς πολλούς κι άγνωστο στούς νεότερους. Πνεΰμα είναι καί τό πιό καθοριστικό άπό τό πλήθος των στοιχείων πού συνιστοΰν τόν οίνο, εκείνο πού άποχωρίζεται μέ τήν ειδική διαδικασία τής άπόσταξης.
Συχνά τό αποτέλεσμα τής κατανάλωσης οίνου καί οινοπνεύματος είναι ή μέθη. Μέθυ άλλωστε, μέ υ, τό μέθυ-τού μέθους, είναι στόν Όμηρο τό κρασί καί κάθε μεθυστικό ποτό. Μέθη: θεών καί άνθρώπων πάθος, μέ ιστορία πανάρχαια στίς χώρες τής Μεσογείου, άπό τή Θράκη κι ώς τήν Αθήνα κι άπό τή Θήβα ώς τήν Κύπρο, καί πέρα άπό τόν γεωγραφικό τούτο χώρο, άπό τή Σικελία κι ώς τήν Ίουδαία. Άπό τόν Ίκάριο ώς τόν Νώε (τον Δευκαλίωνα θα ονοματίζαμε, καλλίτερα, στην τροφή) καλλιεργητές καί παραγωγοί είναι ταυτόχρονα δωρητές καί καταναλωτές τού προϊόντος. Σ’ όλες λίγο πολύ τίς Ιστορίες ή κατανάλωση άκολουθεϊται άπό μέθη καί δευτερογενείς άρνητικές έπιπτώσεις.

Είδαμε άλλοτε τή μέθη(1). Άς δούμε τώρα τό κρασί καί τό πνεΰμα του. Θετικά.
Δική μου κάβα γιά τήν άντληση τοΰ προϊόντος οί άρχαΐοι γιατροί, πού τό βλέπουν συχνότερα ώς άγαθό - καί άγαθοποιό, σπανιότερα δέ ώς πηγή νόσου, ώς μέσο έξάρτησης ή ώς αίτιο δυστυχίας. Ό οίνος ήταν, λοιπόν, τό κυριότερο μετά τό νερό ποτό τών άρχαίων Ελλήνων. ’Απαραίτητο συμπλήρωμα διατροφής, δυναμωτικό γιά «κοπιώντες», άναληπτικό γιά «πεφορτισμένους», άλλά καί τό μέσον γιά τήν έπίτευξη εύωχίας, πνευματικών επιδόσεων καί κοινωνικότητας. Λόγω τοΰ διαφορετικοΰ τρόπου κατασκευής του καί τής έγκλειόμενης δύναμης δέν τόν έπιναν σχεδόν ποτέ άκρατον. Ή άραίωσή του γινόταν διά κράσεως, δηλαδή μέ τήν άνάμειξή του μέ νερό. Άπό έδώ έμεινε άλλωστε καί ή λέξη κρασί γιά τόν οίνο. "Ηταν μάλιστα διαφορετική ή άνάμειξη γιά διαφορετικές περιπτώσεις: οί γέροντες, οί στρατιώτες, οί οδοιπόροι κ.λπ. δικαιούνταν μικρότερη άραίωση, ώστε τό ποτό τους νά είναι πιό δυναττό καί πιό πλούσιο σέ θερμίδες. Ό Όμηρος άποκαλεϊ αύτόν τόν οίνο ζωρότερο (Ίλιάδα Ω, 203).

Ώς δυναμωτικό καί ώς πηγή θερμίδων περιγράφει καί ό 'Ιπποκράτης το κρασί:


Ύδωρ ψυχρόν καί ύγρόν, οίνος θερμόν καί ξηρόν...

Τοΰ άναγνωρίζει όμως καί πολλές άλλες Ιδιότητες άνάλογα μέ τό είδος(2): άν είναι μέλας ή λευκός ή κιρρός ή μελιχρούς, άν είναι αυστηρός ή υδαρής ή άσθενής, άν είναι νέος ή παλαιός, όζων (δηλ. άρωματικός) ή άνοδμος (χωρίς μυρουδιά), άν είναι γλυκύς ή οξίνης.

Ανάμεσα στίς διαφορετικές και είδος κρασιού ιδιότητες περιγράφονται:


α) ύπακτή δηλαδή καθαρτική δράση:
έχει δέ τι καί καθαρτικόν άπό της ύλης...

β) ξηραντική, διότι άναπτύσσει θερμότητα καί έτσι καταναλώνονται τά ύγρά τοΰ σώματος: ξηραίνουσι δέ τη θερμασίη, τό ύγρόν έκ σώματος καταναλίσκοντες...

γ) διευκολύνουν την έξοδο άερίων καί τήν κένωση: φυσώσι καί διαχωρέουσι...

δ) άλλοι διευκολύνουν τήν ούρηση μάλλον παρά τήν άφόδευση: ούρέονται μάλλον ή διαχιρέουσι...

ε) καί παγώνουν καί ύγραίνουν τό σώμα έπειδή κάνουν τό αίμα τών άγγείων άσθενές, ενώ αύξάνουν τό αίμα τής κυκλοφορίας:., καί ψύχουσι καί ίσχναίνουσι μέν καί ύγραίνουσι τό σώμα τό αϊμα άσθενέες ποιέουσι, αύξοντες τό άντίπαλον τω αϊματι έν τώ σώματι...(Περί διαίτης Β' 52, 1494-1512

Τίς ίδιες άντιλήψεις μέ τόν πατέρα τής Ίατρικής ύποστηρίζουν καί οί επίγονοι. Όλοι ομολογούν ότι ό οίνος είναι άπό εκείνα πού μας τρέφουν, γράφει ο Γαληνός. Κι έφόσον όλα όσα μας τρέφουν είναι τροφή πρέπει νά ποΰμε ότι καί τό κρασί ύπάγεται στά τρόφιμα:

«ότι μέν έκ των τρεφοντων έστίν ό οίνος, άπαντες όμολογοϋσι καί ει γε τό τρέφον άπαν τροφή έστίν, ρητέον ώς εϊη άν έκ τοΰ γένους τών τροφών καί ό οίνος...»(Περί δυνάμεως τροφών, 4,2)
Ό Ροΰφος έπαινεί τό κρασί ώς τό πιό καί πράγμα γιά τήν ύγεία, άν θέλουμε νά μήν πάθουμε άνεπανόρθωτη ζημιά. Γιατί μπορεϊ ν’ άνάψει τη θερμότητα καί νά γεμίσει δύναμη τό σώμα μας, να διευκολύνει τήν πέψη καί νά μας φτιάξει τή διάθεση:
«Οίνον έπαινώ μέν πρός ύγείαν ώς ούδέν χρήμα άλλο δει δι’ έπιστήμης τώ πίνοντι, ει μέλλοι μηδέν άνήκεστον πάσχειν οίνος γάρ δύναται άνάψαι μέν τό θερμόν, ισχύος δ’ έμπλήσαι τό σώμα, πέψαι δέ τήν τροφήν δϊ όλων... δύναται δ’ οίνος καί τη ψυχή διάθεσιν τινά παρασχείν τό γάρ της λύπης φάρμακον οίνος έστί...»(4).
’Ανάλογα υποστηρίζει καί ό Όρειβάσιος: τό κρασί δίνει δύναμη καί χαρά στήν ψυχή καί ηδονή. ’Αλλά αυτά τά παρέχει όταν πίνεται μέ μέτρο, γιατί όταν πίνεται χωρίς μέτρο φέρνει τά άντίθετα: 
«...τη ψυχή ευφροσύνην καί ηδονήν έμποιεϊ καί ρώμην παρέχει... τούτων μέν ούν των άγαθών ό μετρώ πινόμενος αίτιος γίνεται των δ’ έναντίων ό άμετρος».(Πρός Εύνάπιον Ι,ιβ)(5).
Άλλά εκτός από πηγή θερμίδων, διουρητικό καί υπακτικό ποτό, έκτός άπό θερμαντικό καί παυσίλυπο, τό κρασί (ή ορισμένοι του τύποι) μπορεΐ νά διευκολύνουν τήν άπόχρεμψη καί άλλοι νά φτιάχνουν αίμα. Τό γλυκό κρασί λέει ό 'Ιπποκράτης «πτυέλου άναγωγός έστί» καί έπαναλαμβάνει ό Γαληνός:

«...άναγωγός πτυέλου μάλιστα πάντων οίνων έστίν ό γλυκύς, όταν μή σφόδρα παχύς η»
('Υπόμνημα εις τό Ίπποκράτους περί διαίτης οξέων)(6)

«...όσοι δέ των ώχρών ή ξανθών οίνων παχεϊς εισίν, αϊμα γεννώσιν οΰτοι καί τρέφουσι τό σώμα...». (Υγιεινός Λόγος)(7).

Όμως έκτός άπό αύτές τίς παρεμβάσεις στή φυσιολογία του οργανισμού, γρήγορα έγινε γνωστό ότι τό κρασί μπορεΐ νά χρησιμοποιείται καί ώς φάρμακο, δηλαδή ώς ουσία πού χορηγείται μέ διάφορους τρόπους γιά τήν επίτευξη ένός θεραπευτικού σκοποϋ. Βρίσκουμε πλήθος εφαρμογών στήν αρχαία ’Ιατρική. Ό Ιπποκράτης τό χρησιμοποιεί σέ έξωτερική εφαρμογή, σέ έσωτερική χορήγηση καί σέ ύποκαπνισμούς.(8)

Ή έξωτερική χρήση έχει νά κάνει μέ τή μικρή ή τή μεγάλη χειρουργική: έκπλυση πρόσφατων τραυμάτων γιά απολύμανση, επιθέματα ή έμποτίσματα σέ παλαιά καί δυσίαχα τραύματα, διακλυσμός των αύτιων σέ ρήξεις τοΰ τυμπάνου. Χαρακτηριστικές φράσεις άπό τό Ιπποκρατικό σώμα γιά τίς χρήσεις πού άναφέραμε είναι οί ακόλουθες:

..."Ελκος έν τη κεφαλή, ού χρη τέγγειν ούδενί. ουδέ οίνω...

...Έλκεα ξύμπαντα ού χρή τέγγειν, πλήν οίνω.. ...

Οίνος δέ γλυκύς, όσα χρόνια τρώματα, συνεχέως χρωμένω αυτάρκες...

...είρίοισι πουλλοϊσι (=πολλά τολύπια άπό έριο) οίνω ύποχρίων, καταδεΐν... (γιά τήν έπίδεση καταγμάτων)

...Μή θεραπεύειν τά ούατα (=ώτα), πριν άν έρρωγός ίδης τό πϋον. Έπήν δέ ραγή τό πύον, έπισχεϊν, έστ' άν ή πολλή τής ρύσεως παύσηταν έπειτα κλύζειν τά ούατα οίνω γλυκέει...

Σέ έσωτερική χορήγηση οίνου ό 'Ιπποκράτης προχωρεί σέ περιπτώσεις καταγμάτων τής κεφαλής, σέ τραύματα τοΰ θώρακα καί τής κοιλίας, σέ πόνους των ματιών, σέ γενική αδιαθεσία μέ χασμουρητά καί ρίγη, σέ άναιμία άπό έπίσταξη (δηλαδή ρινορραγία) κ.λπ.
Παραθέτουμε κι εδώ χαρακτηριστικές φράσεις:

... Ήν τής κεφαλής τό όστέον κατεαγή διδόναι γάλα καί οίνον πίνειν ίσον ίσω... (δηλαδή άραιωμένο μέ νερό σέ ίση ποσότητα)

...Τρωθέντος έντοσθιδίου [ ] διδόναι [ ] οίνον ίσον ίσω. Άλύκη, χάσμη, φρίκη οίνος ίσος ίσω... πινόμενος λύει.

Άντιθέτως άκρατον οίνον δίνει στούς πόνους των ματιών καί τή ρινορραγία:

...Όδύνας οφθαλμών άκρητοποσίη [ ] λύει...

...Όδύνας οφθαλμών άκριτον ποτίσας καί λούσας πολλω θερμώ φλεβοτόμει...

...Οΐσιν αίμα ρεί πολύ καί πολλάκις έκ ρινέων, οίσι μέν άχροία άκρητος τουτέοισιν ολίγα άρήγει...

Τέλος ό πατέρας της ’Ιατρικής χρησιμοποιεί τό κρασί σέ ύποκαπνισμούς, σέ περιπτώσεις οιδημάτων τής μήτρας:

...Όπόταν δέ αί μήτραι πρησθείσαι συνοιδήσωσι [] καί πυριάν οίνω κάτωθεν...

’Αλλά τό κρασί δέν χρησιμοποιήθηκε μόνο αύτούσιο στήν άρχαία θεραπευτική. Χρησιμοποιήθηκε έπίσης καί ώς διαλυτικό μέσον γιά διάφορες -φυτικές κυρίως- ούσίες μέ σκοπό όχι μόνο άρωματικό άλλά - καί κυρίως - φαρμακευτικό.
Διάφορες φαρμακοδραστικές ούσίες έκχυλίζονταν σέ κρασί άπό τά βότανα πού τίς περιείχαν. Ό Διοσκουρίδης άναφέρει όχι μόνο ρητινίτην ή ροδίτην (μέ ρόδα) ή άνθοσμίαν άλλά καί έλλεβορίτην πού περιείχε τόν γνωστό καί πολυσυζητημένο έλλέβορο, τόν θυμίτην (μέ θύμο), τόν άψινθίτην κ.λπ. Γιά πολλά άπό τά βότανα ό συνδυασμός μέ κρασί ένίσχυε τή δράση τους, περίπου όπως σήμερα συνεργοΰν μέ τά οινοπνευματώδη ποτά ήρεμιστικά καί ψυχοτρόπα φάρμακα. (Δέν πρέπει νά ξεχνάμε άλλωστε τήν έπισήμανση αύτή της συνέργειας πολύ πρίν από τόν Ίπποκράτη καί ήδη από τά ομηρικά έπη: τό παυσίλυπο βοτάνι ήταν πολύ πιό δραστικό όταν συνοδευόταν από κρασί. Τότε ξεχνούσες όλους τούς πόνους της ψυχής).



’Ακόμα, ή χρήση του κρασιού είναι άλλοτε σέ άλλο βαθμό ωφέλιμη, άνάλογα όχι μόνο μέ τό άτομο, τήν ήλικία του ή τήν απασχόλησή του, άλλά καί μέ τήν έποχή καί τίς κλιματολογικές συνθήκες ένός τόπου.
«Τον χειμώνος είναι τό πόμα οίνον ώς άκρητέστερον... όταν τό έαρ έπιλαμβάνη τότε χρή πίνειν οίνον ύδαρέστερον... [ ] τοΰ δέ θέρεος τό ποτό ύδαρέει... [ ] έν δέ τφ φθινοπώρω τά ποτά έλάσσω καί άκρητέστερα...». Τό χειμώνα δηλαδή τό κρασί πρέπει νά είναι λιγότερο άραιωμένο (γιά νά δίνει περισσότερες θερμίδες καί νά ζεσταίνει) όταν όμως φθάνει ή άνοιξη πρέπει τό κρασί νά είναι περισσότερο νερωμένο. Τό καλοκαίρι τά ποτά μας πρέπει νά είναι υδαρή τό δέ φθινόπωρο λιγότερα σέ ποσότητα καί λιγότερο άραιωμένα. Στά ύγιεινολογικά αυτά παραγγέλματα θά έπανέλθουμε γιά έναν διαφορετικό σχολιασμό στήν έξέλιξη τοΰ κειμένου μας.

Οί άντιλήψεις τοΰ 'Ιπποκράτη διατηρήθηκαν άπό τούς έπιγόνους καί στήν άσκηση τής ιατρικής καί στά έργα τους. Άπό συγγραφέα σέ συγγραφέα κι άπό χειρόγραφο σέ χειρόγραφο κάλυψαν πολλούς αιώνες ζωής. Γιατροί πού άσκοΰσαν τήν πρακτική ιατρική -τέχνη περισσότερο παρά έπιστήμη- έκαναν τίς δικές τους συναγωγές έπαγγελματικών γνώσεων πού συχνά έφερναν -ή υποτίθεται ότι έφερναν- τό βάρος καί τό κύρος μεγάλων προσωπικοτήτων καί οπωσδήποτε κουβαλοΰσαν τό κύρος αιώνων. Αύτή ή ιατρική σοφία άποτέλεσε τήν πρώτη ύλη τών ιατροσοφίων, πού άποτελοΰν καί ένα άπό τά έρείσματα τής λαϊκής μας ιατρικής. Βλέπουμε έτσι τίς ίδιες τίς άρχαΐες άντιλήψεις νά διατηρούνται στή λαϊκή παράδοση.

Τό κρασί χρησιμοποιήθηκε έπί αιώνες γιά τό πλύσιμο τραυμάτων. Κι έξω άπό τήν παράδοσή μας, θυμίζουμε ότι «ό καλός Σαμαρείτης» έπλυνε μέ κρασί καί γλύκανε μέ λάδι τίς πληγές τοΰ τραυματισμένου ’Ιουδαίου πού βρήκε στό δρόμο του. Ή συνήθεια αύτή (που προϋπήρχε, διευκρινίζω ως τροφή) μακροημέρευσε κι έφθασε πολύ κοντά μας.

Θυμίζουμε τούς στίχους άπό τό δημοτικό τραγούδι:
«Κακό πού ’ναι τό λάβωμα, κακό πού 'ναι τό βόλι. Γιά πιάστε με νά σηκωθώ καί βάλτε με νά κάτσω. Βάλτε με κει στό κρύο νερό, στή ρίζα τοΰ πλατάνου καί φέρτε μου γλυκό κρασί νά πλύνω τίς πληγές μου...».

Κι’ άλλο τραγούδι:
«Παιδιά μου μή σκανιάζεστε καί μή παραπονιέστε εγώ δέν έχω τίποτα, λίγο ’μαι λαβωμένος. Πικρό πού ’ναι τό λάβωμα, πικρό καί τό μολύβι καί στρώστε μου χλωρά κλαριά καί βάλτε με νά κάτσω
καί φέρτε καί γλυκό κρασί άπό τούς Παπαδάτες
νά πλύνω τή λαβωματιά, οπού ’μαι λαβωμένος»'’.

Η συνήθεια κρατιέται άκόμα: Πλένονται καί σήμερα πληγές μέ κρασί (κι άλλου μέ ούζο ή μέ ρακή - άλλωστε, τί διαφορά έχει ή τελευταία άπό τό χημικό οινόπνευμα τοΰ έμπορίου;)

Αύτά γιά τήν έξωτερική χρήση.



Τήν ίδια έκείνη έποχή πού περιγράφεται καί στα δημοτικά τραγούδια ό λαός, φορέας τής παράδοσης, χρησιμοποιεί τό κρασί καί ώς φάρμακο. Γιά δυσκολοχώνευτα φαγητά, τό κρασί είναι τό χωνευτικό. Γιά τήν άναιμία τό γλυκό βαθύ κόκκινο ή μαΰρο κρασί -πού μοιάζει μέ αίμα- θεωρείται στοιχείο πού βοήθα στήν αίμοποίηση. ’Ακόμα συνιστάται στίς έγκυες νά πίνουν άπό λίγη μαυροδάφνη γιά νά φτιάχνουν αίμα. Τό ίδιο άκοΰμε καί άπό άναρρωνύοντες: τό θέλουν γιά τονωτικό. Κι άκόμα γιά τούς άνόρεχτους θεωρείται όρεχτικό.

’Αλλά καί ή έπίσημη ιατρική μέχρι ολόκληρο τόν προηγούμενο καί μέχρι τίς πρώτες δεκαετίες τοΰ αιώνα μας είχε άνάλογες άντιλήψεις. Στό «Έγκόλπιον τών Ιατρών», σύγγραμμα τοΰ γιατροΰ καί ίατροδιδασκάλου Διον. Πύρρου, πού έκδόθηκε στά 1831, ό συγγραφέας άναφέρει ορισμένους φαρμακευτικούς ή, όπως τούς γράφει, «τεχνητούς οίνους».

«Οί φιλάνθρωποι ιατροί, οί όποιοι είναι έπιστάται της άνθρωπότητος, κατασκευάζουσι μερικούς ιατρικούς οίνους, όχι πρός τέρψιν καί μέθην τών άνθρώπων, άλλά πρός όφελος τής ζωής τών άνθρώπων...»(11).
Μεταξύ αύτών ό οίνος δυναμωτικός καί άρωματικός περιέχει κίνα, κανέλα, γαρίφαλα, κάλαμο άρωματικό, μοσχοκάρυδα, άψίνθιο (άψέντι), φλούδα νεραντζιοΰ, κοπανισμένα καί έκχυλισμένα έπί μερικές ήμέρες σέ καλό λευκό κρασί.
Ό οίνος άντιπυρετικός καί διουρητικός περιέχει ρίζες άπό ραπάνια καί φλούδες νεραντζιοΰ βρασμένες στό κρασί καί θεραπεύει τόν άσκίτη καί ορισμένους πυρετούς. Στάχτη άπό σπάρτα ή κλήματα σέ κρασί έχει έπίσης διουρητική δράση.

Ό Πύρρος δίνει άκόμα στό «Έγκόλπιον ’Ιατρικής» συνταγή γιά άντισκορβουτικό οίνο, γιά τήν άντιμετώπιση τοΰ σκορβούτου καί γιά οίνο καλλιβεάτο, κρασί δηλαδή μέ ρινίσματα χάλυβα ή σιδήρου μέ ένδειξη τήν άτονία καί τήν άμηνόρροια. Ό οίνος έκκοπροτικός (sic) ήτοι καθαρτικός περιέχει, κατά τόν συγγραφέα, ρεοβάρβαρο, πολυπόδιο (φτέρη), άνθη μέλανος έλλεβόρου, σιναμική, καρδάμωμο, άλας τρυγίας, νερό καί καλό λευκό κρασί.

Όσο γιά τήν ορθολογιστική χρήση τοΰ κρασιού κατά έποχή καί κλιματικές συνθήκες, πρέπει νά έπισημάνουμε ότι οί άντιλήψεις των άρχαίων γιατρών πέρασαν, μαζί μ’ έκεϊνες γιά τή διατροφή, στούς Βυζαντινούς, στά ιατροσόφια καί στή σύγχρονη λαϊκή ιατρική.
Στά διάφορα μηνολόγια, πού έχουν συντάξει βυζαντινοί γιατροί, τονίζεται πάντα ή ποσότητα καί ή πυκνότητα τοΰ κρασιοΰ πού πρέπει νά καταναλώνεται. Δέν έπεκτεινόμαστε στό θέ
μα σέ τοΰτο τό άρθρο, θά θυμίσουμε όμως μιά πολύ γνωστή παροιμία πού λέγεται καί σήμερα: 
«Μήνα πού δέν έχει ρό βάζε στό κρασί νερό».(12)
Οι μήνες αυτοί είναι ό Μάιος, Ιούνιος, ’Ιούλιος, Αύγουστος, μήνες δηλαδή πού στήν Ελλάδα χαρακτηρίζονται άπό ύψηλές θερμοκρασίες. Ή κατανάλωση κρασιού μέ τή ζέστη θά μπορούσε νά οδηγήσει σέ διάφορα προβλήματα ύγείας, τά όποια ή λαϊκή σοφία προσπαθεί μέ τά παραγγέλματά της νά προλάβει.

Εκτός άπό τούς οίνους, ή ιατρική μας παράδοση χρησιμοποιεί καί τά πνεύματα. Φαίνεται ότι πνεύματα έφτιαχναν μέ άπόσταξη καί οί άρχαϊοι λαοί. Οί Κινέζοι γύρω στά 800 π.Χ., μετά οί Ινδοί, μετά οί Άραβες. Μιά πρωτόγονη άπόσταξη γινόταν καί στήν άρχαία Ελλάδα. Οί Ρωμαίοι ακολούθησαν. Οί πρώτες άναφορές γίνονται σέ κείμενα γύρω στό 100 π.Χ. Ή μέθοδος παραγωγής πνεύματος οίνου προάγεται κατά τούς μέσους αιώνες.
’Αξίζει έδω νά θυμίσουμε ότι ό κόσμος αυτά τά πνεύματα τά λέει καί σπίρτα. Καί βέβαια, νά σχολιάσουμε ότι ή λέξη σπίρτο άποτελεϊ έφθαρμένο τύπο τής λέξης spiritus πού καί πάλι σημαίνει πνεύμα. Μήπως άλλωστε τό ίδιο δέν σημαίνει καί ή λέξη άλκοόλ ή άλκοόλη, Α1 cojol είναι τό πνεύμα στήν αραβική γλώσσα. Βλέπουμε λοιπόν, ότι γιά τίς τρεις αυτές γλώσσες ύπάρχει έννοιολογική σύμπτωση γιά τήν έκφραση τού πνεύματος τού οίνου.

Ή ρακή, πού αλλού λέγεται τσίπουρο καί άλλου τσικουδιά, είναι παραδοσιακό άπόσταγμα τής άγροτικής οικογένειας. Κι όχι μόνο γιά πόση: άντισηψία των πληγών καί των τραυμάτων, άντισηψία τού στόματος, πονόδοντος, άμυγδαλές ήταν (κι άκόμα είναι) στίς ενδείξεις της.
Τό ίδιο ίσχύει καί γιά τό ούζο, παραδοσιακό έπίσης παρασκεύασμα γιά άλλες περιοχές. Ακόμα μέ τά δυνατά αύτά οινοπνεύματα γίνονται εντριβές, έμποτίζονται κομπρέσες, άντιμετωπίζεται ή δυσπεψία, διευκολύνεται ή χώνεψη, άνακουφίζονται οί πόνοι στήν κοιλιά.

Άς δοΰμε, πώς ό Δ. Πύρρος στή «Φαρμακοποιία» του περιγράφει τήν κατασκευή οινοπνεύματος:
«Πνεύμα τού οίνου. Alcoole.Μέθοδος τής κατασκευής: Βάνομεν εις ένα λαμπίκον (= είδος ύάλινου δοχείου) μίαν ποσότητα ρακής καθαράς καί τήν λαμπικάρομεν μέ μίαν φωτιάν ήσυχον, έως ου τό άρεόμετρον (sic) βυθισθέν εις αύτό, νά δεικνύει τούς 30 βαθμούς αυτού. Όταν θέλη τις νά τό έχει πλέον δυνατόν, έπαναλαμβάνει τήν πράξιν, προσθέτων όλίγην σκόνην ξηρής ποτάσσης».
Ακολουθεί περιγραφή των χαρακτηριστικών του καί οί τρόποι μεταχείρισης:
«Μόνον, ή ένωμένον μέ νερόν άπλούν, ή ζακχαρωμένον, ή άρωματικόν ή μεμιγμένον μέ άλλα ιατρικά».(13)
Γιά κάποιες άπό αύτές τίς φαρμακευτικές συνθέσεις ό Πύρρος παρέχει λεπτομερείς οδηγίες για τήν κατασκευή τους, όπως λ.χ. γιά τό πνεύμα τού οίνου μέ όξυσηπτονικόν, πού είχε τίς ίδιες ένδείξεις μέ τόν αιθέρα, καί τό άνώδυνον τού Όφμάνου γιά πόνους καί άλλες καταστάσεις.
Παρέχει άκόμα λεπτομερείς οδηγίες γιά τήν παρασκευή διαφόρων φαρμάκων άπό τήν ψυχρά έκχύλιση, τό βρασμό, τήν άπόσταξη κ.λπ. διαφόρων φυτικών ύλων μέ τό πνεύμα τού οίνου. Μεταξύ άλλων βασικά σκευάσματα είναι:

- πνεύμα τής ρεοβαρβαραλοής γιά στυπτικότητα των έντέρων, διάρροια, έλμινθες

- πνεύμα πολυαρωματικόν μέ άψινθιά, άλιφασκιά, λεβάντα, μαντζουράνα, δενδρολίβανο, ύσσωπο, άπήγανο, μελισσόχορτο, θύμο, βασιλικό, ρίγανη καί ίπερικό γιά έξωτερική καί έσωτερική χρήση

- πνεύμα τής μυρραλοής, γιά καχεξίες, χλώρωση, άμηνόρροια κ,λπ.

- πνεύμα τού βρωμοκρομμίου (sic) γιά όλα τά ύστερικά πάθη, τίς «νευρικές θέρμες», κολικούς εντέρου κ.λπ.

- πνεύμα τού οίνου μέ βάλσαμο τού Περού γιά τή γονόρροια, έσωτερικως, καί γιά ρυπαρές πληγές καί γάγγραινα, έξωτερικως

- πνεύμα τής άψινθέας, γιά «ταρακτικάς θέρμας», δηλαδή πυρετούς μέ δυνατό ρίγος ή σπασμούς

- πνεύμα τού μοσχοθυμιάματος

- πνεύμα τού άρωματικού καλάμου

- πνεύμα των κανθαρίδων ώς δυναμωτικό καί 
έμμηναγωγό, κυρίως όμως ώς αναγνωρισμένο άφροδισιακό. Γιά τήν κατασκευή του έκτός από 200 δράμια (640 γραμμάρια) οινοπνεύματος χρειάζονταν καί οκτώ δράμια (25,6 γρ.) κατσαρίδες σέ σκόνη πού έμεναν στόν ήλιο, μέσα σ’ ένα αγγείο, γιά τέσσερις ήμερες.

- πνεϋμα τοϋ καστορχίου, άντισπασμωδικό, δυ- ναμωτικό, νευρικό καί έμμηναγωγό

- πνεϋμα της κίνας, μέ τίς ίδιες ένδείξεις τής κίνας, δραστικό συστατικό τής όποίας είναι ή κινίνη

- πνεϋμα της κανέλας, δυναμωτικό καί ευφραντικό

- πνεϋμα της πορφύρας διγιτάλης, άλκοολικό διάλυμα τοϋ φυτού διγιτάλη μέ γνωστές καρδιοτονωτικές καί διουρητικές ιδιότητες

- πνεϋμα τοϋ έλλεβόρου, γιά τήν καταστολή τής μανίας καί άλλων ψυχοδιεγερτικών καταστάσεων.

Ή μυθολογία των Ελλήνων μιλά γιά τίς Οίνοτρόπους, κόρες τού ’Ανία καί τής Δωρίππης.
Ό ’Ανίας ήταν Ιερέας τού ’Απόλλωνα στή Δήλο, ή Δωρίππη έγγονή τού Διονύσου. Όχι τυχαία. Ήταν μία σύζευξη τού Θεού τού φωτός (καί τής ποίησης καί τής μουσικής καί τής θεραπευτικής τέχνης) μέ τόν θεό τής βλάστησης, τής μέθης, τής ψυχαγωγίας. Σύζευξη διονυσιακή καί Άπολλώνεια. Τά όνόματά τους - ούτε κι έκεΐνα τυχαία: Οίνώ, Έλαΐς (ή Έλαιώ) καί Σπερμώ. Είχαν τή θεία δωρεά άπ’ τόν Διόνυσο: κι ό,τι έπιαναν γινόταν οίνος, έλαιον ή σπέρματα σιτηρών. Παραπέμπουν στά βασικά προϊόντα τού τόπου καί τής εύρύτερης περιοχής - όλα τους συνδυαζόμενα όχι μόνο μέ τήν ίδια τή ζωή, άλλά καί μέ τούς θεούς: - Διόνυσο, Άθηνα καί Δήμητρα. Όλα τους, έπίσης, ύλικά βασικά στίς μυστηριακές τελετές. Μέ τό χρόνο ενσωματώθηκαν καί στή διάδοχο θρησκεία: ό σίτος, ό οίνος καί τό έλαιον, βασικά στοιχεία, έπίσης αναγκαία γιά τήν τέλεση των χριστιανικών μυστηρίων. (Σχόλιο τροφής: ο χριστιανισμός βασίζεται εξ ολοκλήρου στην "ειδωλολατρική" θρησκεία, που αντιπαλεύει εδώ και δύο χιλιετίες! Σε κάποια είναι κακός μιμητής των προηγουμένων, αλλά πολλές συνήθειες των προγόνων μας διασώθηκαν, έστω και αλλοιωμένες από τον χριστιανισμό.) 



Έδω μιλήσαμε γιά τόν οίνο καί τό ρόλο του στίς παραδοσιακές κοινωνίες. Εκεί ό οίνος ήταν βασικό θρεπτικό στοιχείο. Έπίσης ήταν βασικό φάρμακο - γιά τόν πόνο, γιά τή λύπη, γιά τήν πληγή. ’Ακόμα λέμε γιά νά χαρακτηρίσουμε ένα καλό κρασί: είναι φάρμακο. Κι ακόμα, ήταν άναγκαϊο μέσο γιά τήν ιερά μέθη, τή μυσταγωγική έκσταση. Σήμερα, γιά τίς άνεπτυγμένες κοινωνίες δέν άποτελεϊ πιά τροφή. Δέν άποτελεϊ ούτε φάρμακο, ή χημεία δίνει περισσότερα καί δραστικότερα. Καί στίς θρησκείες ό ρόλος του είναι πιά μόνο συμβολικός. Άλλά ούτε ό οίνος ούτε τό πνεύμα του παραμένουν χωρίς ρόλο.

Παραμένουν ακόμα τό μέσον πού θά ένώσει μιά όμάδα άνθρώπων - τήν παρέα, τό μέσον πού θά χαλαρώσει τόν άγχωμένο, τόν καταπιεσμένο καί καταπονημένο αστό. Ό οίνος είναι τό άγαθό πνεϋμα πού θά λύσει τά δεσμά τής καθημερινότητας, θά άρει τό παραπέτασμα των αναστολών, θά άποτινάξει τό βάρος των καταθλιπτικων καταπιέσεων. Γιατί «οίνος εύφραίνει καρδίαν άνθρώπου», όπως γράφει ή Παλαιά Διαθήκη. ’Αλλά ό έπαινος αύτός είναι λίγος μπροστά στούς έπαίνους πού άπονέμονται από άλλους σέ έναν τύπο κρασιού (άπό νήσο Χίο): 

«άριστος πάντων, άμύμων, άλυπος, χαριέστατος, πεπτικός, τρόφιμος, αίματος χρηστού, γεννητικός, προσηνέστατος, πλήσμιος διά τό παχύν είναι τη δυνάμει, τά άποιότατα των ύδάτων εύθετεί» (’Αθήναιος), 

«άπαλώτερος των άλλων, εύτροφος, πότιμος, ήττον μεθύσκων, ρεύματος σταλτικός, χρήσιμός εις τά οφθαλμικά» (Διοσκουρίδης) κ.λπ
Τέλος δέν πρέπει νά μας φεύγει άπό τό νού μιά χρυσή τομή γιά τή χρήση τού οίνου διατυπωμένη άπό τόν Ίπποκράτη: 
τό κρασί καί τό μέλι είναι τά καλύτερα γιά τούς άνθρώπους, άν μέ φυσικό τρόπο, στήν ώρα τους καί μέ μέτρο προσφέρονται καί σέ όσους ύγιαίνουν καί σέ όσους είναι άρρωστοι. Ή, στό πρωτότυπο: «οίνος καί μέλι κάλλιστα κέκρηται άνθρώποισιν, ήν πρός τήν φύσιν καί ύγιαίνουσι καί άσθενέουσι, σύν καιρώ καί μετριότητι προσφέροιντο...».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Ρηγάτος Γ.: «Θεών καί άνθρώπων πάθη. Ή μέθη». ’Ιχνευτής, τεΰχ. 18, χειμώνας 1996, σελ. 58-71 (όπου καί βιβλιογραφία 30 λημμάτων).
2. 'Ιπποκράτης: «Περί διαίτης» A', Β , Γ', Δ . Είς: Ίπποκράτους "Απαντα τά Έργα. Μετάφρασις: Κ. Εμμανουήλ. ΕΙσαγωγή Γ.Κ, Πουρναρόπουλος, Έκδ. Μαρτίνος, Τόμος Δ', Άθηναι 19691 (Άλλες έκδόσεις: «Ιατρική Βίβλος». Εισαγωγή-Μεταφρασις Κ. Μητρόπουλος, Άθηναι 1952, 1953. Πιό πρόσφατη καί προσιτή η| έκδοση στή σειρά «Οί Έλληνες» τοΰ Κάκτου).
3. Γαληνός: «Περί δυνάμεως τροφών». Ed. G. Helmreich. Corpus! Medicorum Grecorum. V. 4,2 s. 199-386, Leipzig und Berlin 1923.1
4. Ροΰφος: Oeuvres de Rufus d’ Ephese. Texte collationne sur las manuscrits, traduit pour le premiere fois en France, avec une introduction par Ch. Daremberg et E. Ruelle. Paris 1879, Reprint I Amsterdam 1963.
5. Όρειβάσιος: Oribasii Synopsis ad Eustathium; Libri ad Eunapium. Ed. J. Raeder. Corpus Medicorum Grecorum, Vol VI, s. 328. Leipzig I und Berlin 1926.Reprint Amsterdam 1964.
6. Γαληνός: «'Υπόμνημα είς τό Ίπποκράτους περί διαίτης όξέων». Ed. J. Westenberger. Corpus Medicorum Grecorum V. 9,1. Leipzig und Berlin 1914.
7. Γαληνός: « Υγιεινός Λόγος». Ed. K. Koch. Corpus Medicorum Grecorum V. 4,2. Leipzig und Berlin 1923.
8. Πουρναρόπουλος Γ.Κ.: «Εισαγωγή εις τόν Ιπποκράτη». [Ανάτυπο άπό Ίπποκράτους Άπαντα, Τόμ. Α - ΣΤ', Έκδ. Μαρτίνος, Αθηναι 1967-1970.
9. Πολίτης Ν. Γ.: «Έκλογαί άπό τά τραγούδια τοΰ 'Ελληνικοί λαοϋ». Έκδ. Στ' Ε.Γ. Βαγιονάκης, Άθηναι (Α' έκδ. Τυπ. «Εστίας», Άθήναι 1914).
10. Πουρναρόπουλος Γ.Κ.: «Ή Ιατρική τοΰ άγώνος». Άθηναι 1973.
11. Πύρρος Διον.: «’Εγκόλπιον των Ιατρών» ήτοι πρακτική Ιατρική κ,λπ. Τόμ. Δεύτερος, έν Ναυπλίω 1831.
12. Ρηγάτος Γ.: «Ιατρική Παροιμιολογία». Περιοδ. Αρχεία Ελληνικής Ιατρικής/ Εκδόσεις Βήτα, Αθήνα 1996.
13. Πύρρος Δ.: «Φαρμακοποιία Γενική έκ τών πλέον νεοτέρων σοφών χυμικών (sic) καί φαρμακοποιών συγγραφέων τής Εύρώπης» κ.λπ. ’Εν Κωνσταντινουπόλει 1818.
Πηγή: Νέο επίπεδο – Χειμώνας 1998 - Γεράσιμου Ά. Ρηγάτου


Διαβάστε ακόμη: Τα φαρμακευτικά κρασιά των Ελλήνων

Το είδα: www.ftiaxno.gr
Τί πιο χαριτωμένη εγώ ζωή δεν ξέρω κι’ άλλη, παρ’ όταν όλος ο λαός τριγύρω αναγαλλιάζη, και στα παλάτια οι σύδειπνοι αράδα καθισμένοι ακούνε τον τραγουδιστή, με τα τραπέζια ομπρός τους, γεμάτα κρέας και ψωμί, κι ο κεραστής σαν παίρνη απ’ το κροντήρι το κρασί και χύνη στα ποτήρια. Στον κόσμο τ’ ομορφότερο λογιάζω αυτό πως είναι. 
Ομήρου Οδύσσεια (Μετάφραση Αργ. Εφταλιώτη)

«Αρχή και ρίζα παντός αγαθού η της γαστρός ηδονή» (Επίκουρος 341-270 π.Χ.)


Τίποτα σε σχέση με τη διατροφή και το τελετουργικό της στην αρχαία Ελλάδα δεν είναι τυχαίο, όλα έκρυβαν μια λογική αιτία, μια μικρή σοφία… Το φαγητό δεν ήταν μια γρήγορη στιγμή μέσα στην ημέρα, μια υποχρέωση, αλλά τμήμα του ίδιου του πολιτισμού με όλες τις διαφοροποιήσεις που μπορεί να έχει αυτό.
Ήταν τμήμα της θρησκείας, της λατρείας, της επικοινωνίας, της φιλοσοφίας, της ιατρικής, της θεραπείας και άλλων εκφάνσεων της ανθρώπινης συνείδησης, ακόμα και αυτού του ίδιου του ανθρώπινου πνεύματος.
Αν και το φαγητό άλλαζε από τόπο σε τόπο, από χρονική περίοδο σε χρονική περίοδο και ήταν διαφορετικό από μια κοινωνική τάξη σε μια άλλη (ναι υπήρχαν και τότε τέτοιες) η τελετουργία στο φαγητό, οι συνήθειες και η πνευματικότητα που πολλές φορές υπήρχε ακόμα και σε αυτήν την ευτελή ανάγκη, κάνουν τη μελέτη της αρχαίας ελληνικής διατροφής μια ευχάριστη και χρήσιμη περιπέτεια.
Αν και η φτώχεια ήταν πολλές φορές συχνός σύντροφος στις αρχαίες ελληνικές πόλεις, η αρχαία ελληνική γαστρονομία είναι εξαιρετικά πλούσια. Πλούσια σε υλικά, σε τρόπους μαγειρέματος, σε συνδυασμό υλικών, αλλά κυρίως πλούσια σε πολιτισμό. Πολλές διατροφικές συνήθειες έχουν «ξεμείνει» και υπάρχουν ακόμα και σήμερα στην ελληνική επικράτεια, προκαλώντας ιδιαίτερη συγκίνηση σε όποιον το ανακαλύπτει.

Διατροφικές συνήθειες
Οι αρχαίοι μας πρόγονοι ήταν λιτοί στη διατροφή τους όπως και σε όλα. Εκτός από τις εξαιρετικές περιπτώσεις ή τους πολύ πλούσιους, η λιτότητα ήταν εκείνη που χαρακτήριζε τη διατροφή τους. Στη βάση αυτής της διατροφής συναντάμε την τριάδα: λάδι, σιτάρι, κρασί.
Παραδοσιακά σχεδόν σε όλη την αρχαιότητα, τα φαγητά τα μαγείρευαν οι γυναίκες με τη βοήθεια των δούλων σε ειδικούς χώρους, αποκλειστικά στις αυλές και στον κήπο και ποτέ μέσα στο σπίτι (σε πολλά μέρη της Ελλάδα μέχρι πρόσφατα ο χώρος της κουζίνας βρισκόταν έξω από το κύριο κτίσμα του σπιτιού). Τα ψώνια στην αγορά αντίθετα τα αναλάμβαναν αποκλειστικά οι άντρες. Η αγορά κατά την κλασική εποχή ήταν και τόπος συνάντησης, επικοινωνίας και διάδοσης των νέων.
Στην κλασσική Ελλάδα, οι Έλληνες έτρωγαν δυο γεύματα την ημέρα σε αντίθεση με την προκλασσική όπου έτρωγαν τρία. Γύρω στον 4ο π.Χ. αιώνα εμφανίστηκαν και οι πρώτοι επαγγελματίες μάγειροι και ζαχαροπλάστες, πολλοί από τους οποίους έγιναν διάσημοι για τις αποδόσεις τους. Στην Αθήνα της κλασσικής εποχής, όταν κάποιος πολίτης ήθελε να διοργανώσει μια γιορτή ή ένα συμπόσιο έβρισκε στην αγορά τους μαγείρους. Συχνά και οι ίδιοι οι μάγειροι περνούσαν έξω από τα πλούσια σπίτια διαλαλώντας την τέχνη τους, έτοιμοι να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους.

Οι γυναίκες (εκτός από τις εταίρες, τις αυλητρίδες, τις χορεύτριες κ.α.) δεν εμφανίζονταν στα συμπόσια, όπως και γενικά δεν παρουσιάζονταν ποτέ μπροστά στους ξένους επισκέπτες. Ο ανδρών ήταν η τραπεζαρία, ένας χώρος με ανάκλιντρα και τραπέζια όπου οι άντρες έτρωγαν, συνομιλούσαν και φιλοσοφούσαν, χώρος όπου οι γυναίκες δεν επιτρεπόταν να βρίσκονταν όταν ήταν οι άντρες εκεί. Κατά πάσα πιθανότητα και στις οικογενειακές γιορτές άντρες και γυναίκες έτρωγαν ξεχωριστά. Μάλλον οι άντρες πρώτα και οι γυναίκες κατόπιν. Οι αρχαίοι Έλληνες έτρωγαν καθιστοί (κυρίως στους ομηρικούς χρόνους) ή ημιξαπλωμένοι στα ανάκλιντρα.
Δεν χρησιμοποιούσαν πιρούνια και σπάνια χρησιμοποιούσαν μαχαίρια. Έτρωγαν κυρίως με τα χέρια ή με ένα κομμάτι από την κόρα του ψωμιού. Όταν χρειαζόταν χρησιμοποιούσαν κουτάλι, τη μόστρα ή γλώσσα. Η λιτότητα που χαρακτήριζε τον τρόπο ζωής και σκέψης των αρχαίων δεν θα μπορούσε να λείπει από τη διατροφή τους. Δεν γνώριζαν το ρύζι, τη ζάχαρη, τις ντομάτες, το καλαμπόκι, τον καφέ, τα πορτοκάλια, τα λεμόνια, ακόμα και το ούζο (αγνοούσαν τον τρόπο της απόσταξης).

Τα γεύματα
Ο Ρομπέρ Φλασελιέρ στο «Ο δημόσιος και ο ιδιωτικός βίος των αρχαίων Ελλήνων» μας περιγράφει μια τυπική μέρα της ζωής ενός πολίτη της αρχαίας Αθήνας. Η περιγραφή αρχίζει με την ανατολή του ήλιου όπου ο Αθηναίος πολίτης, πριν βγει από το σπίτι του, έτρωγε κάτι λιτό. Αυτό ήταν το ακράτισμα και συνήθως αποτελείτο από λίγο κριθαρένιο ψωμί («μάζα» από κριθάρι για το λαό, «άρτο» από σιτάρι για τους πλούσιους) βουτηγμένο σε ανέρωτο κρασί (άκρατος οίνος). Άλλες συνηθισμένες πρωινές τροφές ήταν τα ξερά σύκα, τα αμύγδαλα, τα καρύδια και άλλοι ξηροί καρποί. Καμιά φορά το πρώτο γεύμα της ημέρας συμπληρωνόταν με μια κούπα από κυκεώνα, το διάσημο αρχαίο ελληνικό ποτό, που ήταν φτιαγμένο κυρίως από νερό, κριθάρι και βότανα. Ο κυκεώνας χρησιμοποιούνταν και στα Ελευσίνια μυστήρια και ήταν αγαπημένο ποτό των Ελλήνων αγροτών. Οι αριστοκράτες της εποχής τον απέφευγαν.Δείτε: Ο Κυκεώνας των αρχαίων Ελλήνων – Συνταγή!

Κατά το μεσημέρι ή προς το απόγευμα, ο Αθηναίος της μεσαίας τάξης έπαιρνε ένα απλό γεύμα, στα γρήγορα, το άριστον. Κάποιοι ξαναέτρωγαν κάτι το βράδυ, το εσπέρισμα, αλλά το κυρίως και μεγαλύτερο γεύμα ήταν το δείπνο και το έπαιρναν κανονικά στο τέλος της ημέρας μόλις νύχτωνε. Το δείπνο ή συμπόσιο, τελείωνε με τραγήματα (επιδόρπια), φρούτα νωπά ή ξηρά, ως επί το πλείστον σύκα, καρύδια και σταφύλια ή γλυκά με μέλι.
Οι αρχαίοι Έλληνες δεν έτρωγαν ποτέ μόνοι τους. Κάτι τέτοιο, τόσο κοινό στην εποχή μας, το θεωρούσαν δυστυχία. Πίστευαν ότι έτσι δεν γευμάτιζαν, αλλά ότι απλώς γέμιζαν το στομάχι τους. Το φαγητό με παρέα είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες παραμέτρους στις διατροφικές συνήθειες των αρχαίων Ελλήνων και σπουδαίου δείγμα του πολιτισμού τους.

Διατροφή αρχαίωνΔείπνα και Συμπόσια
Συμπόσιο σημαίνει κατανάλωση κρασιού με παρέα. Το συμπόσιο αποτελούνταν από δυο μέρη, τον δείπνον και τον πότον. Αρχικά, όλοι έπιναν το πρόπωμα που ήταν κρασί με μέλι και ανθόνερο. Στη συνέχεια, το δείπνο συνόδευαν σπονδές προς τιμήν κυρίως του Διόνυσου. Αυτή ήταν η φάση του φαγητού, που όμως συνήθως δεν διαρκούσε πολύ. Στο δείπνο, οι συνδαιτυμόνες έτρωγαν ψάρια, πουλερικά, κυνήγι, χορταρικά κ.α. Το κρασί σε αυτή τη φάση ήταν ανέρωτο. Συνήθως οι συμμετέχοντες ήταν ξαπλωμένοι σε αναπαυτικά ντιβάνια ανά δύο ή τρεις. Μπορούσαν όμως να τρώνε και καθιστοί. Μετά το δείπνο, οι συνδαιτυμόνες έπλεναν τα χέρια τους ή όλο τους το σώμα και ακολουθούσε το κυρίως συμπόσιο. Το πέρασμα από το δείπνο στο κυρίως συμπόσιο συνοδευόταν από μια σπονδή και έναν παιάνα. Ανάλογα με το σπίτι και τη συντροφιά, υπήρχαν και λιβανωτά που έκαιγαν στο χώρο. Οι συνδαιτυμόνες στέφονταν με στεφάνια από φύλλα ή λουλούδια και αλείφονταν με μύρα. Ο κανόνας ήταν οι συμμετέχοντες να μην είναι πολλοί, ώστε να μπορεί ο οικοδεσπότης να μιλάει με όλους. Ο σκοπός των συμποσίων δεν ήταν το φαγητό, αλλά η κατανάλωση κρασιού, η συναναστροφή, η διασκέδαση, η φιλοσοφία μεταξύ των αντρών. Το φαγητό δεν ήταν το κεντρικό θέμα των συμποσίων, αλλά μάλλον το ευχάριστο και απαραίτητο φόντο. Πολλές φορές οι τροφές ήταν σε μεγάλη αφθονία, ανάλογα με την κοινωνική τάξη του οικοδεσπότη. Σε αυτό το δεύτερο και κύριο μέρος του συμποσίου το κρασί ήταν νερωμένο (κράμα). Οι τροφές ήταν τα τραγήματα ή τρωγάλια κάτι σαν τα σημερινά επιδόρπια που συνόδευαν τις ώρες της οινοποσίας, της φιλοσοφίας και της διασκέδασης. Τα τραγήματα αποτελούνταν συνήθως από νωπούς ξηρούς καρπούς, αλατισμένα αμύγδαλα, τυρί, σκόρδα, κρεμμύδια και γλυκές και αλμυρές πίτες, τις οποίες έφτιαχναν με μέλι, τυρί και λάδι. Επίσης, ένα πολύ αγαπητό επιδόρπιο ήταν ομυττωτός, μια πίτα με τυρί, μέλι και σκόρδα («Η χρυσή διατροφή των αρχαίων Ολυμπιονικών», Λένα Τερκεσίδου).
Δείτε ένα μικρό κομμάτι: Η χρυσή διατροφή των αρχαίων Ολυμπιονικών.
 
Τα συμπόσια πολλές φορές συνόδευαν μουσικοί, αυλητές, κιθαριστές, χορεύτριες και άλλοι. Απαγγέλλονταν στίχοι ή σκόλια (τραγούδια του κρασιού), οι άντρες επιδίδονταν σε αγώνες, έπαιζαν παιχνίδια κτλ. Το κρασί έφερνε τη χαλάρωση των αναστολών και οι ερωτικές περιπτύξεις πολλές φορές δεν έλειπαν. Παρόλα αυτά τα συμπόσια είχαν τους δικούς τους νόμους και κανόνες και η μέθη κατά κύριο λόγο δεν ήταν αποδεκτή. Κάθε καλεσμένος μπορούσε να φέρει στο συμπόσιο όποιον ήθελε. Υπήρχαν και κάποιοι που πήγαιναν στα συμπόσια ακάλεστοι, ήταν οι λεγόμενοι παράσιτοι των συμποσίων. Αυτοί συνήθως ήταν δεινοί κόλακες, αλλά και διασκεδαστές της παρέας. Το συμπόσιο μπορούσε να διαρκέσει έως τις πρώτες πρωινές ώρες.
Τα συμπόσια δεν ήταν όλα ίδια, διέφεραν ανάλογα με την κοινωνική τάξη, αλλά και το πνευματικό επίπεδο των συμμετεχόντων και του οικοδεσπότη. Ο Πλάτων είχε τις ενστάσεις του γενικά σε σχέση με τα συμπόσια και θεωρούσε ότι οι πνευματικοί άνθρωποι δεν χρειαζόντουσαν σε αυτά χορεύτριες, αυλητρίδες και κιθαριστές. Αυτά πίστευε ότι είναι για τα ακαλλιέργητα άτομα που δεν μπορούν να κρατήσουν το ενδιαφέρον των συμποτών τους με πιο σοβαρές ενασχολήσεις. Αν και αυτή έχει θεωρηθεί μια ελιτίστικη άποψη της εποχής, αποτελεί ένα στοιχείο που αποδεικνύει το πόσο διέφεραν τα συμπόσια μεταξύ τους.
 
ΘυσίαΤα εδώδιμα υλικά των θυσιών
Με τις θυσίες οι άνθρωποι εξευμενίζουν τους θεούς, ζητούν «χάρες» από αυτούς, τους ευχαριστούν για την ευλογία τους και προσπαθούν να διατηρήσουν μια αρμονική σχέση μαζί τους. Οι θυσίες στους θεούς ήταν πολύ σημαντικές για τους αρχαίους Έλληνες, όπως και για όλους τους αρχαίους λαούς. Η θυσία μπορεί να είναι αιματηρή, αλλά και αναίμακτη και να περιλαμβάνει προσφορές βρώσιμων ή άλλων αγαθών. Οι σπονδές περιλάμβαναν νερό, κρασί, γάλα μέλι, φυτικά ή ζωικά έλαια. Κάποιες φορές χρησιμοποιούνται λουλούδια, χόρτα, σπόροι και καρποί. Στις ζωοθυσίες αναφέρεται η προσφορά οικιακών ζώων, όπως κόκορας, αρνί, κατσίκι, κριάρι, αλλά και άλογο. Ο Γ. Α. Ρηγάτος αναφέρει στο «Η διατροφική παράδοση στην Ελλάδα» ότι στη Δήμητρα π.χ. θυσιαζόταν μια έγκυος γουρούνα, στην Εκάτη σκύλος κτλ. Συνήθως επέλεγαν προς θυσία ζώα με μαύρο χρώμα για τις χθόνιες θεότητες.
Ιδιαίτερος τύπος θυσίας είναι η εκατόμβη. Κυριολεκτικά σημαίνει σφαγή εκατό βοδιών. Αναφέρεται ότι τέτοια θυσία έκανε ο Κόνων όταν τέλειωσε την ανοικοδόμηση των τειχών της Αθήνας. Οι θυσίες είχαν τα τελετουργικά τους που κάποιες φορές διαφέρουν από θεό σε θεό. Οι αρχαίοι θυσίαζαν ένα κομμάτι του ζώου στο θεό και το υπόλοιπο έτρωγαν αυτοί και οι οικείοι τους. Πολλές φορές το κρέας των θυσιών μοιραζόταν όλη η πόλη. Η λέξη εστιατόριο στην αρχαιότητα ήταν το δωμάτιο κοντά στο βωμό, όπου έτρωγαν όσοι είχαν τελέσει τη θυσία. Πολλές φορές ήταν μια ευκαιρία για τους κατοίκους των πόλεων να εξασφαλίσουν γεύματα πλούσια με κρέατα άριστης ποιότητας, σε εποχές που αυτά δεν ήταν εξασφαλισμένα για τα πλατιά στρώματα του πληθυσμού μιας πόλης. Τα μέρη που έμεναν μετά τη θυσία ήταν τα περιβόητα ειδωλόθυτα (Γ. Α. Ρηγάτος, «Η διατροφική παράδοση στην Ελλάδα»). Οι θυσίες των φτωχών ήταν περισσότερο αναίμακτες για ευνόητους λόγους.

Και ταξικές διαφορές στη διατροφή 
Στο «Σειρήνια Δείπνα», ο Andrew Dalby μας λέει ότι η δίαιτα των φτωχών, αλλά όχι εντελώς άπορων Ελλήνων συνίστατο κυρίως από δημητριακά συνοδεύομενα από κάποια εδέσματα, ακριβώς όπως και των πλουσιότερων. Στην περίπτωση των φτωχών υπήρχε μία μόνο διαφορά, ότι τα εδέσματα αυτά ήταν αρκετά περιορισμένα: συνήθως επρόκειτω για πράσινα λαχανικά και ρίζες. Η μετακίνηση από το όριο της φτώχιας, μας λέει ο Dalby, στην ένδεια σημαδεύεται από δύο ορόσημα. Το ένα είναι η αδυναμία να αγοράσει κανείς δημητριακά και το δεύτερο η απόλυτη εξάρτησή του από την τροφή που συλλέγεται σε άγρια μορφή. Από την άλλη πλευρά όσο αυξανόταν ο πλούτος τόσο αυξανόταν και η κατανάλωση κρέατος. Το ψάρι ήταν μια πιο προσιτή πολυτέλεια στα ευρύτερα στρώματα των περισσότερων ελληνικών πόλεων. Από τη μια έχουμε περιγραφές για πολυτελή γεύματα και συμπόσια, όπου πλεόναζαν τα αρνιά, τα μοσχάρια, τα γουρουνόπουλα, τα χέλια, τα ψάρια, τα γλυκίσματα, οι πίτες και από την άλλη περιγραφές για εντελώς λιτές διατροφές που περιοριζόντουσαν στα λαχανικά, τα όσπρια και το ψωμί.

Σπαρτιατική διατροφή 
Η διατροφή των αρχαίων Σπαρτιατών διέφερε από αυτή των Αθηναίων. Η λιτότητα και η αυστηρότητα της διατροφής τους ήταν εντυπωσιακή. Ο Σπαρτιάτης με διογκωμένο στομάχι ήταν ανυπόληπτος. Οι άνδρες Σπαρτιάτες (όπως και οι Κρήτες) έτρωγαν πάντα σε ομαδικά γεύματα, τα συσσίτια, που θεσμοθέτησε ο Λυκούργος. Οι γυναίκες δειπνούσαν στα σπίτια τους. Στα συσσίτια έτρωγαν λαγάνες, χοιρινό βραστό κρέας ως προσφάι και φυσικά μέλανα ζωμό. Η μέθη απαγορευόταν. Στο τέλος προσφέρονταν τα έπακλα, δηλαδή φάσσες, χήνες, τρυγόνια, κοτσύφια, τσίχλες, λαγοί, αρνιά, κατσίκια, τα οποία πρόσφεραν διακεκριμένοι πολίτες. Τα ονόματά τους ανακοινώνονταν μετά το γεύμα από τους μάγειρες.
Ο μέλανας ζωμός ήταν ένα είδος ραγού, που παρασκευαζόταν από χοιρινό κρέας, αίμα, ξίδι και αλάτι. Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι δεν μπορούσε ο καθένας πιει μέλανα ζωμό. Ο Διόνυσος, τύραννος των Συρακουσών όταν προσπάθησε να τον δοκιμάσει τον έφτυσε στην πρώτη γουλιά. Ο Σπαρτιάτης μάγειράς του τότε του είπε: «Βασιλιά μου, για να δοκιμάσεις αυτό το φαγητό πρέπει να κάνεις σπαρτιάτικη γυμναστική και να κολυμπήσεις στον Ευρώτα» («Η χρυσή διατροφή των αρχαίων Ολυμπιονικών», Λένα Τερκεσίδου).

Ο Ιπποκράτης και η διατροφή 
Είναι δύσκολο να μιλήσεις για την αρχαία ελληνική διατροφή και να μην αναφερθείς στον Ιπποκράτη. Ο συσχετισμός τροφής, υγείας και ασθένειας είναι βασικός στον πατέρα της ιατρικής που έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής με τη διάσημη φράση: «το φάρμακό σου η τροφή σου και η τροφή σου το φάρμακό σου». Ο γιατρός Ιπποκράτης ήταν ένας μελετητής της φύσης, θεωρούσε ότι η φύση που δημιούργησε την αρρώστια, η ίδια μπορεί να θεραπεύσει και έδινε μεγάλη σημασία στην αυτοθεραπεία. Σε ορισμένες παθήσεις ο Ιπποκράτης συστήνει δίαιτα και σε άλλες τέλεια αποχή από την τροφή. Ο γιατρός είναι ουσιαστικά ένας βοηθός της φύσης για τον Ιπποκράτη. Επίσης, ενδεχομένως είναι δική του η άποψη ότι αν το σώμα δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα στην αφομοίωση των τροφών, δεν υπάρχει κίνδυνος να προκληθεί κάποια ασθένεια. Η τροφή και η δίαιτα (η διατροφή) είναι ουσιώδης για την καλή υγεία, αλλά και τη θεραπεία και αυτό είναι κάτι που διαπνέει το έργο του Ιπποκράτη και όλη την ιπποκρατική σχολή. Επίσης, ο μεγάλος αυτός γιατρός θεωρούσε ότι όποιος μπορεί να δημιουργεί στον οργανισμό του ανθρώπου τα αντίθετα ξηρό και υγρό ή ψυχρό και θερμό με τη σωστή διατροφή, αυτός θα μπορούσε να θεραπεύσει και αυτή την αρρώστια, αρκεί να διακρίνει την κατάλληλη στιγμή που κάτι ωφελεί (Δαμιανός Τσεκουράκης, «Η δίαιτα στον Ιπποκράτη»). Οι μάγειρες θα πρέπει να έχουν τις απαραίτητες γνώσεις, να είναι και λίγο «γιατροί» δηλαδή. Φυσικά, ο Ιπποκράτης δεν είναι ο μόνος γιατρός της αρχαιότητας που σύνδεσε την υγεία με τη διατροφή. Ο Πολύβος (της Ιπποκρατικής σχολής και αυτός) αναφέρει ότι όλες οι αρρώστιες προκαλούνται άλλες από τις τροφές και άλλες από τον αέρα που αναπνέουμε για να ζήσουμε.
Δείτε ακόμη: Η Θεραπευτική Ικανότητα της Τροφής από τον Ιπποκράτη στο σήμερα.
Η Ιπποκράτεια δίαιτα κατά της γήρανσης.
Όλες οι ασθένειες προέρχονται από το έντερο. Ιπποκράτης (460-370 π.κ.χ.)
 
Αρχαιοελληνικό τραπέζι 
Η κατανάλωση κρέατος και θαλασσινών σχετιζόταν με την οικονομική κατάσταση της οικογένειας, αλλά και με το αν κατοικούσε στην πόλη, στην ύπαιθρο ή κοντά στη θάλασσα. Οι Έλληνες κατανάλωναν ιδιαιτέρως και τα γαλακτοκομικά και κυρίως το τυρί. Αν και το βούτυρο ήταν γνωστό, έχανε σε προτιμήσεις σε σχέση με το ελαιόλαδο. Το φαγητό συνόδευε κρασί αναμεμειγμένο με νερό. Πληροφορίες για τις διατροφικές συνήθειες των αρχαίων Ελλήνων παρέχουν τόσο οι γραπτές μαρτυρίες όσο και διάφορες καλλιτεχνικές απεικονίσεις. Ο Όμηρος, οι κωμωδίες του Αριστοφάνη, το έργο του γραμματικού Αθήναιου, (με το διάσημο έργο «Δειπνοσοφιστές») κ.α. από τη μία πλευρά και οι απεικονίσεις στα κεραμικά αγγεία, στα αγαλματίδια κτλ. μας δίνουν αρκετές πληροφορίες για τις συνήθεις και τα είδη φαγητού που κατανάλωναν οι πρόγονοί μας.


Δημητριακά – Ψωμί 
Τα δημητριακά αποτελούσαν τη βάση της διατροφής για τους αρχαίους. Τα κυριότερα ήταν το σιτάρι (πύρος) και το κριθάρι. Η Αττική είχε μικρή όμως παραγωγή τόσο σε σιτάρι όσο και σε κριθάρι. Οι Αθηναίοι ήταν πολύ συχνά  αναγκασμένοι να εισάγουν σιτάρι όσο και κριθάρι. Το κριθάρι αποτελούσε τη βάση της διατροφής για τους Αθηναίους με χαμηλά εισοδήματα και τους δούλους.
Οι αρχαίοι Έλληνες λάτρευαν το ψωμί και γι αυτό είχαν πολλά είδη. Το πιο διαδεδομένο και φθηνό είδος ψωμιού ήταν η μάζα. Το παρασκεύαζαν, ζυμώνοντας κριθαρένιο αλεύρι με νερό ή υδρόμελι ή ακόμα με νερό και κρασί, με λάδι και οξύμελι. Το ψωμί από σιτάρι προοριζόταν για τους πιο εύπορους και είχε στρογγυλό σχήμα. Στο ψωμί έμπαιναν και καρυκεύματα, όπως μάραθος, δυόσμος, μέντα κ.α. Ανάλογα με το καρύκευμα έπαιρνε και διαφορετικά ονόματα. Επίσης, πρόσθεταν και τυρί και έφτιαχναν τον τυρώντα. Άλλα ψωμιά ήταν ο ζυμίτης άρτος, ο χονδρίτης, ο συγκομιστός, εντίτης ή λευκιθίτης. Ανάλογα με τον τρόπο ψησίματος ή το σχήμα άλλαζε και η ονομασία του ψωμιού. Το φουρνιστό ψωμί ήταν ο ιπνίτης, το ψωμί φόρμας που ψηνόταν σε πήλινα σκεύη λεγόταν κλιβανίτης. Το ψωμί που ψηνόταν στη χόβολη ονομαζόταν σποδίτης, ενώ τα ψωμάκια και οι τηγανίτες ονομάζονταν εσχαρίται και τηγανίται («Σειρήνεια δείπνα», Andrew Dalby). Η κάθε οικογένεια έψηνε το ψωμί της στο σπίτι. Υπήρχαν φούρνοι που μπορούσες να αγοράσεις ψωμί και γλυκά, αλλά αυτοί ήταν για τους εύπορους.
Δείτε: Ο άρτος (ψωμί) και είδη άρτου αρχαίας και σύγχρονης Ελλάδος!


TO GO WITH AFP STORY GREECE-ARCHAEOLOGY-

Πλακούντες
Πολύ διαδεδομένοι στην αρχαία Ελλάδα ήταν και οι πλακούντες, ένα είδος πίτας. Τους παρασκεύαζαν όπως το ψωμί προσθέτοντας γάλα, τυρί, αυγά, λάδι, βούτυρο, άνηθο, μάραθοκύμινοσινάπι, πιπέρι, μέλι, φουντούκια, αμύγδαλα, σταφίδες. Μετά το ψήσιμο οι πλακούντες μπορεί να περιχύνονται με μέλι, συνήθεια που έχει διατηρηθεί μέχρι και στις μέρες μας σε διάφορα γλυκίσματα. Η Αθήνα ήταν ιδιαίτερα φημισμένη για τους πλακούντες της.

Κυκεώνας 
Ο κυκεώνας ήταν ένα μείγμα κριθαριού με νερό και διάφορα αρωματικά φυτά όπως φλισκούνι, μέντα, θυμάρι. Πολλές φορές ο κυκεώνας ήταν κριθάλευρο με νερό, κρασί ή γάλα. Σε αυτό πρόσθεταν μέλι, τριμμένο τυρί, αλάτι ή χόρτα. Σε κάποιες περιπτώσεις, κυρίως στις χαμηλές κοινωνικές τάξεις μπορούσε να αντικαταστήσει το φαγητό.


Ελιά και Ελαιόλαδο 
Η κατανάλωση ελιάς και ελαιολάδου ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στην αρχαία Ελλάδα, συνυφασμένη με τα ήθη και τα έθιμα σε όλη την επικράτεια. Στην Αθήνα, η ελιά ήταν ιερό δέντρο, με νόμους που αυστηρά προάσπιζαν την προστασία του. Μάλιστα, η Αττική ήταν αυτάρκης και εξαγωγέας ελιάς και ελαιόλαδου. Οι ψευδόστομοι αμφορείς χρησίμευαν για την αποθήκευση λαδιού. Οι θεραπευτικές ιδιότητες του ελαιόλαδου ήταν γνωστές ήδη από την αρχαιότητα. Ο Ιπποκράτης αναφέρει 60 φαρμακευτικές χρήσεις του. Χρησιμοποιήθηκε αρχικά όχι ως τρόφιμο, αλλά για άλλες εξωτερικές χρήσεις: για το φωτισμό και τον καλλωπισμό, στο λουτρό, για την επάλειψη αθλητών και νεογέννητων. Στα Παναθήναια οι νικητές λάμβαναν αγγεία γεμάτα λάδι ως έπαθλο. Κατά την κλασσική εποχή χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα σχεδόν με όλες τις τροφές. Καλύτερο ήταν το αγουρέλαιο (το ωμοτριβές ή ομφάκινον), κάτι σαν το σημερινό έξτρα παρθένο, δεύτερο σε ποιότητα ήταν το δευτερεύον γεύματος και τελευταίο ήταν το χυδαίον έλαιον που ήταν το κατώτερης ποιότητας λάδι από υπερώριμες ή χτυπημένες ελιές.
Δείτε: Η διατροφική αξία του ελαιολάδου!!


Λαχανικά
Τα λαχανικά είχαν επίσης μεγάλη ζήτηση στην αρχαία Ελλάδα, αφού αποτελούσαν την κύρια τροφή των φτωχών και των αγροτών. Στην Αθήνα δεν υπήρχαν σε αφθονία και έπρεπε να γίνονται εισαγωγές. Οι αρχαίοι έτρωγαν λάχανο, αγγούρι, βολβούς, ραπάνια, μανιτάρια, αγκινάρες, μαρούλια, βλίτα, σέλινο, καρότο, τεύτλα. Κάποια από τα σπίτια των Αθηναίων είχαν μικρούς κήπους, στους οποίους καλλιεργούσαν σκόρδα, κρεμμύδια, κουκιά, φασόλια*, μπιζέλια, λούπινα, βολβούς, μαρούλια, αρακά, αγκινάρες, βλίτα, ρεβίθια και φακές. Τα μανιτάρια, τα μάραθα, τα σπαράγγια και διάφορα άλλα χορταρικά, τ’ αναζητούσαν στις ακροποταμιές, στα χωράφια και στις άκρες των δρόμων. Φαγώσιμες ήταν και οι τρυφερές τσουκνίδες. Τα σκόρδα, ακόμη, ήταν απαραίτητα για τους αρχαίους. Όπως επίσης και τα κρεμμύδια. Το σκόρδο έτρωγαν ως προσφάι ή άρτυμα στα διάφορα εδέσματα και στις σαλάτες τους. Έτρωγαν επίσης βολβούς, τους οποίους τους θεωρούσαν και αφροδισιακούς.
Ο Πλάτων ακολουθούσε την «Πυθαγόρειο δίαιτα», δηλαδή ήταν χορτοφάγος και ήταν πολύ ευχαριστημένος τρώγοντας λαχανικά. Πίστευε πως η δίαιτα, είναι η πηγή της υγείας και των καλών ηθών.
* “Τροφή”: Αναφορικά με τα φασόλια που αναφέρονται να ξεκαθαρίσω πως δεν αφορούν τα φασόλια όπως τα ξέρουμε σήμερα, καθώς αυτά μας ήρθαν πολύ μεταγενέστερα, τότε είχαμε “φασίολους”, το οποίο μάλλον ήταν είδος λούπινου…


Όσπρια 
Πρόχειρη, εύκολη και το κυριότερο φθηνή τροφή, τα όσπρια είχαν την τιμητική τους στην αρχαία Ελλάδα. Τρωγόντουσαν ψημένα, με τη μορφή χυλού ή πουρέ που ονομαζόντουσαν έτνος (κυρίως τα φασόλια και ο αρακάς). Όμως αν ήταν φρέσκα και τρυφερά τα έτρωγαν και ωμά. Τα πιο διαδεδομένα όσπρια ήταν οι φακές. Οι φακές ήταν το φαγητό των φτωχών και δεν θα το έβλεπες σχεδόν ποτέ σε κάποιο πλούσιο σπίτι. Ιδανικό πιάτο παρόλα αυτά σύμφωνα με τους κυνικούς φιλόσοφους. Διαδεδομένα ήταν επίσης τα φασόλια, τα ρεβίθια, τα λούπινα, ο αρακάς (ζωμός από μπιζέλια ήταν το αγαπημένο φαγητό του Ηρακλή) και τα κουκιά (αν και ο Πυθαγόρας τα απεχθανόταν μετά μανίας).

Φρούτα
Μεγάλη αγάπη και για τα φρούτα είχαν οι αρχαίοι μας πρόγονοι. Τα μήλα, τα κίτρα (Μήλα των Εσπερίδων), τα κυδώνια, τα κεράσια, τα κούμαρα, τα ρόδια, τα ροδάκινα, τα πεπόνια, τα δαμάσκηνα, τα σύκα και τα σταφύλια ήταν αγαπημένα τρόφιμα. Η μεγάλη αδυναμία όμως των αρχαίων Ελλήνων ήταν τα σύκα. Τα σύκα της Αττικής ήταν τα πιο φημισμένα και ίσως τα καλύτερα. Μάλιστα, η εξαγωγή τους δεν επιτρεπόταν. Η λέξη συκοφάντης λέγεται ότι χρησιμοποιήθηκε για να χαρακτηρίσει αυτούς που παράνομα έκαναν εξαγωγές σύκων. Τα σύκα τα έτρωγαν φρέσκα, ξερά ή ψημένα. Αναφέρονται πολύ συχνά στον Όμηρο και σε άλλους συγγραφείς που με διθυράμβους και επαίνους ανάγουν τα σύκα ως τα πιο πολύτιμα από τα φρούτα.

ΔιατροφήΜέλι & Νωγαλεύματα 
Κύριο γλυκαντικό των αρχαίων Ελλήνων, αφού δεν υπήρχε ζάχαρη, ήταν το μέλι. Χρησιμοποιήθηκε τόσο στη μαγειρική όσο και στη ζαχαροπλαστική. Η κύρια τροφή των Πυθαγορείων ήταν ψωμί με μέλι. Πολλές φορές οι σπονδές στους θεούς περιλάμβαναν μέλι με κρασί και γάλα. Ένα από τα πιο εξαιρετικά μέλια ήταν το θυμαρίσιο μέλι Αττικής.
Τα νωγαλεύματα ήταν τα γλυκά φαγητά και οι λιχουδιές. Τα γλυκά στην αρχαία Ελλάδα είχαν ως βάση υλικά του ψωμιού και το μέλι. Το ίτριο ήταν γλύκισμα φτιαγμένο από σουσάμι και μέλι, δηλαδή όπως το σημερινό παστέλι. Επίσης, το μέλι με ξηρούς καρπούς ή γιαούρτι ήταν πολύ συνηθισμένο, όπως και σήμερα. Οι μελόπιτες, που τις έλεγαν μελιτούττα ήταν ένα επίσης συνηθισμένο γλύκισμα. Οι πλακούντες, οι πίτες με ζυμάρι, μέλι, σουσάμι και καρυκεύματα ήταν πολύ αγαπητοί. Είδος πλακούντα ήταν και κάτι σαν το σημερινό σκαλτσούνι με μέλι. Οι αρχαίοι μας πρόγονοι επίσης έτρωγαν γαλατόπιτες, μελόπιτες, τηγανίτες, σουσαμόπιτες (Η χρυσή διατροφή των αρχαίων Ολυμπιονικών, Λένα Τερκεσίδου).

Από μέλι επίσης παρασκεύαζαν: Μηλόμελο: Μήλα διατηρημένα σε μέλι καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου. Το μέλι αποκτούσε τη χαρακτηριστική οσμή των μήλων. Την ίδια συνταγή έκαναν και με άλλα φρούτα. Μελίκρατο: Μέλι με γάλα. Τροφή των παιδιών. Οξύμελο: Μέλι με ξύδι. Για τον πυρετό. Υδρόμελο: Ηδύποτο που προκύπτει από αλκοολική ζύμωση του μελιού. Παρασκευάζεται και σήμερα. Οινόμελο: Μέλι με κρασί. Αναφέρεται ότι ο Δημόκριτος έζησε μέχρι τα βαθιά γεράματα, γιατί κατανάλωνε οινόμελο με άρτο.
Δείτε ακόμη: Το μέλι στην Αρχαία Ελλάδα και οι άγνωστες ιδιότητές του!
και: 
Υδρόμελι – Ένα πανάρχαιο σπιτικό κρασί

Κρέας
Οι αρχαίοι Έλληνες, όπως οι περισσότεροι αρχαίοι λαοί, θυσίαζαν ζώα στους θεούς τους. Έσφαζαν και πρόσφεραν θυσία κριάρια, βόδια, γουρούνια, αγελάδες, πρόβατα, τράγους, κατσίκες κ.α. Αφού άφηναν να καεί ένα κομμάτι κρέας προς τιμήν του θεού, έκοβαν το υπόλοιπο και το μοίραζαν στους ιερείς και τους πιστούς.
Οι φτωχοί σπάνια έτρωγαν κρέας. Η συχνή κρεατοφαγία ήταν προνόμιο των πιο πλούσιων. Στην Αττική το κρέας ήταν ακριβό, γιατί δεν ήταν αναπτυγμένη η κτηνοτροφία. Το χοιρινό ήταν το πιο διαδεδομένο κρέας γιατί ήταν και φθηνό και νόστιμο. Τα αρνιά τρωγόντουσαν σπάνια (όπως και σήμερα) και σε εκλεκτές περιπτώσεις, κυρίως σε οικογενειακά δείπνα και θρησκευτικές τελετές. Η Λένα Τερκεσίδου στο «Η χρυσή διατροφή των αρχαίων Ολυμπιονικών» αναφέρει ότι οι αρχαίοι μας πρόγονοι είχαν μεγάλη αδυναμία στα άκρα των ζώων, αλλά και στα εντόσθιά τους. Τα κρέατα διατηρούνταν σε κρασί, ξίδι ή αλάτι.
Όπως μέχρι και σήμερα στην επαρχιακή Ελλάδα, οι αρχαίοι έτρεφαν στα σπίτια τους κοτόπουλα και σπανιότερα χήνες και πάπιες. Επίσης, έτρωγαν κοτσύφια, πέρδικες, περιστέρια, τρυγόνια, φασιανούς, ορτύκια. Εντύπωση μας προκαλεί σήμερα η κατανάλωση τζιτζικιών, τα οποία μάλιστα άνοιγαν την όρεξη. Οι εύποροι επιδίδονταν και στο κυνήγι. Κυνηγούσαν κυρίως αγριόχοιρους, λαγούς, ελάφια, πέρδικες, ορτύκια, κορυδαλλούς, τσίχλες κ.α. Τα πουλιά ήταν για τους αρχαίους ορεκτικό και τα κατανάλωναν με διάφορες σάλτσες και αρτύματα. Τέλος, έτρωγαν αυγά βραστά ή ψητά. Τα τηγανητά τα θεωρούσαν ανθυγιεινή τροφή, ενώ πολύ θρεπτικά ήταν γι’ αυτούς ήταν τα ρουφηχτά, ωμά αυγά.

Κρασί
Το κρασί και το αμπέλι είναι πολύ σημαντικά στη διατροφή και την κουλτούρα των αρχαίων Ελλήνων. Οι Έλληνες είχαν άλλωστε και θεό του κρασιού. Ο τρύγος ήταν ορόσημο του θρησκευτικού και αγροτικού ημερολογίου και το κρασί λατρεύτηκε εδώ όσο πουθενά. Με τη λέξη κράμα εννοούσαν τον οίνο. Κράμα είναι το νερωμένο κρασί και σπάνια έπιναν ανέρωτο κρασί (άκρατος οίνος), καθώς το θεωρούσαν βάρβαρη συνήθεια. Θεωρούσαν ότι το κρασί μαλακώνει τους χαρακτήρες (όπως ο Διόνυσος) και ότι συμβάλλει στην επικοινωνία και τη συντροφικότητα. Δεν κατανάλωναν ζύθο, αλλά εκτός από το κρασί έπιναν και οινόμελο, δηλαδή κρασί με μέλι και ανθόνερο. Η ημέρα ενός μέσου Αθηναίου ξεκινούσε συχνά με πρόγευμα που ήταν λίγο ψωμί βουτηγμένο σε ανέρωτο κρασί. Στα συμπόσια το κρασί έρεε άφθονο, αλλά η μέθη δεν ήταν αποδεκτή. Οι μεθυσμένοι ήταν κακά παραδείγματα, ακόμα κι αν τα πράγματα «ξέφευγαν» κάποιες φορές από συνηθισμένα όρια. Ο κάθε τόπος στην αρχαία Ελλάδα είχε και το δικό του τρόπο παρασκευής του κρασιού. Η μακρόχρονη αποθήκευση μεγάλων ποσοτήτων κρασιού αποτελούσε, ιδιαίτερα κατά τους ομηρικούς χρόνους, δείγμα πλούτου και δύναμης.
Δείτε: Η ΆΜΠΕΛΟΣ (Μυθιστορία).Και: Τα φαρμακευτικά κρασιά των Ελλήνων!
Η χρήση του κρασιού στήν ιατρική παράδοση των Ελλήνων!



Συμπόσιον!


Μπαχαρικά, βότανα & αρτύματα
Οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν ξίδι, πιπέρι και αλάτι. Τα πήγαιναν πολύ καλά και με τα καρυκεύματα, τα μπαχαρικά και τα μυρωδικά και φυσικά τα βότανα. Το αλάτι (άλας) ήταν το βασικό καρύκευμα στα φαγητά των αρχαίων Ελλήνων. Ήταν δώρο του Ποσειδώνα. Σε αυτό συντηρούσαν και διάφορα τρόφιμα. Το ξίδι αποτελούσε βασικό και αναγκαίο άρτυμα των αρχαίων και το αποκαλούσαν «άριστο των ηδυσμάτων». Το ονόμαζαν όξος και ήδος. Όπου δεν υπήρχαν αμπέλια, το ξίδι έπαιρναν από φρούτα (χουρμάδες, ροδάκινα, αχλάδια και κυρίως σύκα). Οι Έλληνες επίσης χρησιμοποιούσαν ρίγανη (ορίγανο), θυμάρι (θύμον), σουσάμι (σύσαμο), σταφίδες, κάππαρη, κάρδαμο, κουκουνάρια, κύμινο, σίλφιο (φυτό από τη Λιβύη), κρόκο (σαφράν), άνηθο, δυόσμο κ.α. στο φαγητό τους. Τα βότανα είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο της αρχαίας ελληνικής διατροφής, αλλά και της ιατρικής, αφού είναι ουσιαστικά τα αρχαία φάρμακα. Η σύγχρονη επιστήμη (και φυσικά η λεγόμενη εναλλακτική ιατρική) έχει ρίξει ξανά σήμερα το εξεταστικό της βλέμμα επάνω στα αρχαία αυτά φάρμακα, προσπαθώντας να εξερευνήσει το σωστό τρόπο χρήσης τους για κάθε πάθηση, ενόχληση του ανθρώπινου οργανισμού. Ο κόσμος των βοτάνων είναι ατελείωτος, όπως και ατελείωτα είναι τα μυστικά της θεραπείας που κρύβουν για τον ανθρώπινο οργανισμό.


Γαλακτοκομικά 
Οι πρόγονοί μας είχαν μεγάλη αγάπη και για τα τυριά και τα γάλατα. Στο πρωινό τους πρόσθεταν κάποιες φορές και κατσικίσιο γάλα. Από το γάλα έφτιαχναν τις περίφημες γαλατόπιτές τους. Το τυρί δεν έλειπε από τα ελληνικά σπίτια, όπως και σήμερα. Το κατανάλωναν τόσο στα οικογενειακά γεύματα όσο και στα επίσημα δείπνα. Τα είδη τυριών ήταν πολλά και η κάθε περιοχή είχε τα δικά της. Την τέχνη της τυροκομίας σύμφωνα με το μύθο έμαθαν οι Έλληνες από τον Αρισταίο, από τον οποίο έμαθαν και τη μελισσοκομία, την καλλιέργεια του αμπελιού, της ελιάς κ.α.


Ψάρι
Μάλλον οι αρχαίοι μας πρόγονοι έτρωγαν πιο πολύ ψάρι παρά κρέας. Η λέξη όψον στην αρχή σήμαινε οτιδήποτε τρώγεται μαζί με το ψωμί. Τελικά, κατέληξε να σημαίνει ψάρι, γιατί το ψωμί μαζί με το ψάρι ήταν η βασική τροφή του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού. Ψάρευαν με αγκίστρι, δίχτυα, πετονιά, καμάκι και άλλους τρόπους που μοιάζουν με τους σημερινούς. Ιδιαίτερη αδυναμία είχαν στα χέλια που θεωρούσαν εκλεκτό μεζέ, κάτι σαν γκουρμέ λιχουδιά, μεζέ που όμως δεν θα έβρισκες ποτέ στα τραπέζια των φτωχών. Έτρωγαν επίσης και θαλασσινά, όπως οστρακοειδή, αστακούς, γαρίδες, καβούρια, χταπόδια, σουπιές, καλαμάρια κ.α. Οι τσιπούρες και τα μπαρμπούνια στόλιζαν συχνά τα τραπέζια των πλουσίων, ενώ οι σαρδέλες του Φαλήρου ήταν το συνηθισμένο πιάτο των φτωχότερων των Αθηνών. Η τιμή της σαρδέλας, μάλιστα, λειτουργούσε ως βαρόμετρο για την αγορά τροφίμων της Αθήνας. Αν και οι αρχαίοι είχαν ιδιαίτερη εκτίμηση στο ψάρι, δεν ισχύει το ίδιο και για τους ιχθυέμπορους, τους οποίους θεωρούσαν αυθάδεις και εκμεταλλευτές.Η αρχαία ελληνική κουζίνα και γαστρονομία, που θεωρείται ο πρόδρομος και η βάση της ελληνικής παραδοσιακής κουζίνας, έχει γίνει αντικείμενο μελέτης και σημείο αναφοράς για τον υγιεινό της χαρακτήρα, τον πλούτο της και τη συμμετοχή της στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, έναν πολιτισμό που θαύμασε όλη η ανθρωπότητα. Ίσως είναι αδύνατον να επιστρέψουμε εκεί, αλλά είναι σίγουρα δυνατόν να διδαχθούμε παίρνοντας μια «γεύση», σε μια εποχή που αναζητούμε τόσο τη χαμένη μας υγεία όσο και τη χαμένη μας έμπνευση και όχι άλλο ένα εφήμερο γαστρονομικό trend.


-της Ειρήνης Κάρου – bionews.gr

Πηγές: «Η χρυσή διατροφή των αρχαίων Ολυμπιονικών», Λένα Τερκεσίδου (εκδ. Καστανιώτη), «Σειρήνια δείπνα»,Andrew Dalby (Πανεπ. εκδόσεις Κρήτης), «Η διατροφική παράδοση στην Ελλάδα», Γ. Α. Ρηγάτος (εκδ. ΒήταMedical Arts), «Η Δίαιτα στον Ιπποκράτη», Δαμιανός Τσεκουράκης (εκδ. Παπαζήση)

Δείτε και μερικές συνταγές τους: Αρχαιοελληνική σαλάτα!

Αρχαιοελληνική Σαλάτα με Πλιγούρι, Φέτα και Ρόδι!

Αρχαία Ελληνική συνταγή: Κυδώνια ψητά (με ή χωρίς γιαούρτι)!

Ένα αλλιώτικο γλυκό εμπνευσμένο από την αρχαία Ελλάδα!

Συνταγή Γαλατόπιτας – Άμης, κατευθείαν από αρχαία Ελλάδα!!

Και μία πιθανή αρχαία συνταγή: Φέτα τυλιχτή με μέλι και σουσάμι!